Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δανειακός

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates
Full diacritics: δᾰνειακός Medium diacritics: δανειακός Low diacritics: δανειακός Capitals: ΔΑΝΕΙΑΚΟΣ
Transliteration A: daneiakós Transliteration B: daneiakos Transliteration C: daneiakos Beta Code: daneiako/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A concerning loans, Cod.Just.1.3.45, Just.Nov. 134.8.

German (Pape)

[Seite 522] zum Darlehen, Sp.

Spanish (DGE)

-ή, -όν
1 que incluye préstamo a interés συμβόλαιον Cod.Iust.1.3.44.5, συγγραφή Iust.Nou.121.1, 2, γραμματεῖον Iust.Nou.134.8
prob. subst. ὁ δ. prestamista, PFouad 44.30 (I d.C.) en BL 3.61, cf. 5.32.
2 adv. -ῶς a interés δ. δέδωκα Anon.in Rh.85.5, cf. 104.20, 205.31.

Greek Monolingual

-ή, -ό (AM δανειακός, -ή, -όν)
αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε δάνειο
νεοελλ.
όποιος διεξάγεται με δάνεια («δανειακή πολιτική»)
μσν.
1. δανεικός
2. επίρρ. δανειακῶς
δανεικά, με δάνειο.