Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διάλεξη

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

η (AM διάλεξις, -εως)
νεοελλ.
δημόσια ομιλία ή διδασκαλία σε καθορισμένο θέμα
αρχ.-μσν.
συζήτηση, συνομιλία
αρχ.
διάλεκτος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < διά + λέξις.