Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ομιλία

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

η (ΑΜ ὁμιλία, Α ιων. τ. ὁμιλίη)
1. λόγος που εκφωνείται σε συγκέντρωση, διάλεξη (α. «την Κυριακή θα γίνει ομιλία του βουλευτή στην πλατεία του χωριού» β. «η επί του όρους ομιλία»)
2. συνομιλία, κουβέντα (α. «με την ομιλία ξέχασα να τηλεφωνήσω» β. ἐν ταῑς ἰδιωτικαῑς ὁμιλίαις», Διον. Αλ.)
3. εκκλ. το είδος του κηρύγματος που συνδέεται στενά με συνεχές κείμενο ή περικοπή της Αγίας Γραφής
νεοελλ.
1. προφορική ανακοίνωση, υπόμνηση
2. λαλιά, μιλιά, φωνή
3. ο τόνος της φωνής, η προφορά («από την ομιλία φαίνεται ότι είναι ξένος»)
4. γλωσσ. η εξωτερική πραγμάτωση ή εφαρμογή της όλης γλωσσικής έκφρασης του ανθρώπου, σε διάκριση από την εσωτερική πλευρά της, που είναι ο λόγος
5. στον πληθ. οι ομιλίες
είδος λαϊκού θεάτρου
αρχ.
1. συναναστροφή («φθείρουσιν ἤθη χρήσθ' ὁμιλίαι κακαί», Ευρ.)
2. σχέση, επαφή με κάποιον (α. «ἑλληνικαὶ ὁμιλίαι» — οι σχέσεις με τους Έλληνες, Ηρόδ.
β. «συγγενεῑς ὁμιλίαι» — οι μεταξύ συγγενών σχέσεις, Ευρ.
γ. «αἱ τῶν ἀνθρώπων ὁμιλίαι καὶ αἱ τών πραγμάτων» — συσχετισμός μεταξύ ανθρώπων και πραγμάτων, Αριστοτ.)
3. σαρκική μίξη, συνουσία
4. εξάσκηση («ὁμιλέειν ὁμιλίῃ.» — να κατέχει κανείς κάτι με την εξάσκηση, Ιπποκρ.)
5. (για πράγμα) συνηθισμένη χρήση («ἡ πλείστη ὁμιλία τοῦ ὀνόματος», Επίκ.)
6. σύλλογος, εταιρεία («ἀνδρῶν τῶν ἀρίστων ἐπιλέξαντες ὁμιλίην», Ηρόδ.)
7. (με περλπτ. σημ.) συνάθροιση, συγκέντρωση («ἀδελφῶν ἡ παροῡσ' ὁμιλία», Ευρ.)
8. (στον πληθ. ως κύριο όν.) Ὁμιλίαι
τίτλος έργου του Κριτίου
9. φρ. α) «ἔχω ἔν τινι ὁμιλίαν» — ζω με κάποιον (Ευρ.)
β) «ἡ καθ' ἡμᾱς αὐτοὺς πολιτεία καὶ ὁμιλία» — ο δημόσιος και ιδιωτικός βίος μας (Θουκ.)
γ) «χθονὸς ὁμιλία» — αγάπη προς την πατρίδα (Ευρ.)
δ) «ἐξ ὁμιλίας» — με την πειθώ, με τα λόγια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὅμιλος. Αξιοσημείωτη είναι η εξέλιξη τών λ. ὁμιλία, ὁμιλῶ από τη σημ. του ὅμιλος «συγκεντρωμένο πλήθος προσώπων» στη σημ. «συνδιαλέγομαι, μιλώ, συζητώ» από τη χριστιανική εποχή και ύστερα].