Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διασάφηση

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

η (AM διασάφησις, -εως) διασαφώ
νεοελλ.
1. η εξήγηση, το να καταστεί σαφές κάτι
2. γραπτή λεπτομερής καταγραφή εμπορευμάτων που υποβάλλει ο έμπορος στις τελωνειακές αρχές
αρχ.-μσν.
εξήγηση, ερμηνεία (κειμένου, ονείρου, κ.λπ.).