Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διεκδικώ

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

(AM διεκδικῶ, -έω) εκδικώ
απαιτώ, εγείρω απαίτηση, συνήθως στα δικαστήρια, για όσα ισχυρίζομαι πως μού ανήκουν
νεοελλ.
1. υπερασπίζω με αγώνες, αγωνίζομαι να κερδίσω ή να κρατήσω κάτι, διεκδικώ τα δικαιώματα μου, την ελευθερία μου κ.λπ.
2. προσπαθώ ν' αποκτήσω κάτι διαγωνιζόμενος με άλλους («πολλοί διεκδικούν την προεδρία»)
αρχ.-μσν.
1. εκδικούμαι, τιμωρώ
2. προστατεύω, υπερασπίζομαι.