Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δικτυωτός

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: δικτῠωτός Medium diacritics: δικτυωτός Low diacritics: δικτυωτός Capitals: ΔΙΚΤΥΩΤΟΣ
Transliteration A: diktyōtós Transliteration B: diktyōtos Transliteration C: diktyotos Beta Code: diktuwto/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A made in net-fashion, θύσανος D.S.18.26; latticed, trellised, θύραι Plb.15.30.8; θυρὶς δ. lattice-window, LXX Ez.41.16: Subst. δικτυωτόν, τό, = θυρὶς δ., ib.4 Ki.1.2.

Greek (Liddell-Scott)

δικτυωτός: -ή, -όν, κατασκευασμένος ἐν εἴδει δικτύου, θύσανος Διόδ. 18. 26· ― κατασκευασμένος διὰ ῥάβδων ῥομβοειδῶς διατεμνουσῶν ἀλλήλας, Λατ. reticulatus, θύραι δικτ. Πολύβ. 15. 30, 8· θυρὶς δικτυωτή, παράθυρον οὕτω κατασκευασμένον, Ἑβδ. (Ἐζεκ. μα΄, 16).

Spanish (DGE)

-ή, -όν
1 esp. ref. a puertas y ventanas de madera de rejilla, enrejado, con celosía θύραι δικτυωταὶ διαφανεῖς Plb.15.30.8, cf. EM 513.4G., θυρίδες δικτυωταί ventanas con enrejado de barras entrecruzadas en oblicuo, op. κανονωταί PMich.Zen.38.18 (III a.C.), cf. LXX Ez.41.16
para cerrar intercolumnios διαφράγματα τὰ ἀπὸ ξύλου δικτυωτά Eus.HE 10.4.39
de elementos decorativos en otros materiales ἐσχάραν ἔργῳ δικτυωτῷ χαλκῆν LXX Ex.27.4, cf. 38.24, θύσανος δ. borla de rejilla D.S.18.26, διαπλοκὴ ῥόμβων, δικτυωτὴν ἔχουσα τὴν πρόσοψιν Aristeas 74, δικτυωτὰ ... ἀνάγλυφα χαλκῷ καὶ χρυσῷ κατειργασμένα una tracería a modo de verja forjada con bronce y oro Eus.VC 4.58
fig. διὰ τῶν προφητικῶν θυρίδων καὶ δικτυωτῶν τοῦ νόμου παραγγελμάτων Gr.Nyss.Hom.in Cant.159.1.
2 subst. τὸ δ. celosía LXX 4Re.1.2, tb. ἡ δ. LXX Id.5.28, cf. Hsch., Sud., Phot.δ 611.

Greek Monolingual

-ή, -ό (AM δικτυωτός, -ή, -όν)
1. ο κατασκευασμένος σε μορφή διχτυού
2. (ειδ. για πόρτες, παράθυρα) ο κατασκευασμένος με ράβδους ή σανίδες που τέμνονται μεταξύ τους σχηματίζοντας ρόμβους
νεοελλ.
το ουδ. ως ουσ. το δικτυωτό
α) χώρισμα ή παραπέτο σχηματισμένο με σανίδες ή πηχάκια
β) παράθυρο με δικτυωτές σανίδες.
[ΕΤΥΜΟΛ. < δίκτυον ή δικτυούμαι, παθητικός τ. του δικτυώ].

Russian (Dvoretsky)

δικτυωτός:
1) имеющий вид сетки, сетчатый (θύσανος Diod.);
2) решетчатый (θύραι Polyb.).