Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εθνικός

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1

Greek Monolingual

-ή, -ό (AM ἐθνικός, -ή, -όν)
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο έθνος («εθνική υπόθεση»)
2. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στα έθνη
3. (το επίθ. ως ουσ.) ο εθνικός
ο ειδωλολάτρης
4. το ουδ. ως ουσ. γραμμ. το εθνικό(ν)
παράγωγα ονόματα που δηλώνουν τον κάτοικο μιας χώρας ή πόλης ή αυτόν που κατάγεται από εκεί
νεοελλ.
«εθνική συνέλευση» — συνέλευση αντιπροσώπων του έθνους που εκπροσωπεί τη θέληση του
αρχ.
1. (στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία) επαρχιακός
2. διαλεκτικός
3. το αρσ. ως ουσ.ἐθνικός
ο φοροεισπράκτορας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < έθνος (βλ. και λ. ειδωλολάτρης)].