Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διαλεκτικός

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates
Full diacritics: διαλεκτικός Medium diacritics: διαλεκτικός Low diacritics: διαλεκτικός Capitals: ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΟΣ
Transliteration A: dialektikós Transliteration B: dialektikos Transliteration C: dialektikos Beta Code: dialektiko/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A conversational, χορός Demetr.Eloc.167.    2 δ. ὄργανα organs of articulate speech, opp. φωνητικά, Gal.16.204.    II skilled in dialectic, ὁ ἐρωτᾶν καὶ ἀποκρίνεσθαι ἐπιστάμενος Pl.Cra.390c; ἦ καὶ δ. καλεῖς τὸν λόγον ἑκάστου λαμβάνοντα τῆς οὐσίας; Id.R.534b; dialectical, Arist. Metaph.995b23; δ. συλλογισμός Id.Top.100a22; πρὸς τοὺς δ., title of work by Metrodorus, D.L.10.24, cf. Phld.Rh.1.279 S., al.    III ἡ διαλεκτική (sc. τέχνη) dialectic, discussion by question and answer, invented by Zeno of Elea, Arist.Fr.65; philosophical method, ὥσπερ θριγκὸς τοῖς μαθήμασιν ἡ δ. ἐπάνω κεῖται Pl.R.534e: τὸ -κόν Id.Sph. 253e; περὶ -κῆς, title of work by Cleanthes, D.L.7.174.    2 the logic of probabilities, ἡ δ. πειραστικὴ περὶ ὧν ἡ φιλοσοφία γνωριστική Arist.Metaph.1004b25, cf. Rh.1354a1.    IV Adv. -κῶς dialectically, Pl.Phlb.17a, etc.; for the sake of argument, opp. κατ' ἀλήθειαν, Arist. Top.105b31, cf. de An.403a2; by argument on general principles, opp. scientifically, Phld.Rh.2.134 S., Mus.p.89 K.: Comp. -ώτερον Pl.Men. 75d; more logically, Dam.Pr.97.

German (Pape)

[Seite 587] ή, όν, zum Gespräch, bes. zum Disputiren gehörig, geschickt, dialektisch; ῥήτορες δ., Plat. Crat. 398 d; nach 390 c ὁ ἐρωτᾶν καὶ ἀποκρίνεσθαι ἐπιστάμενος; – comparat., Polit. 287 a; superl., Xen. Mem. 4, 5, 12; – ἡ δ. ἐπιστήμη, τέχνη, Disputirkunst, Plat. Soph. 253 d Phaedr. 276 e; τὸ δ., dass., Soph. 253 e. – Adv., διαλεκτικῶς, Plat. Phil. 17 a u. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

διαλεκτικός: -ή, -όν, ἔμπειρος εἰς τὴν διαλεκτικὴν (ἴδε κατωτ.), ὁ ἐρωτᾶν καὶ ἀποκρίνεσθαι δυνάμενος Πλάτ. Κρατ. 390C· ἱκανὸς νὰ ἀνευρίσκῃ τὴν ἀλήθειαν διὰ συζητήσεως, ὁ αὐτ. Πολ. 534Β· διαλεκτικώτερος, ἱκανώτερος εἰς τὸ λογικῶς συζητεῖν, ὁ αὐτ. Μένωνι 75D. ΙΙ. ἡ διαλεκτικὴ (ἐνν. τέχνη), ἡ τέχνη τοῦ συζητεῖν ζήτημά τι δι᾿ ἐρωτήσεως καὶ ἀποκρίσεως, ἀνεύρεσις τῆς ἀληθείας διὰ τοιαύτης συζητήσεως, συζήτησις λογική, ἐπινοηθείσα ὑπὸ Ζήνωνος τοῦ Ἐλεάτου, Ἀριστ. Ἀποσπ. 54, καὶ τελειοποιηθεῖσα ὑπὸ τοῦ Σωκράτους, ἲδε Grote Πλάτ. 1. 241 κἑξ., 256 κἑξ.· ἡ δ. πειραστικὴ περὶ ὧν ἡ φιλοσοφία γνωριστικὴ Ἀριστ. Μεταφ. 3. 2, 20· ἀλλ᾿ ὁ Πλάτων ἔθετε τὴν διαλεκτικὴν ὑπεράνω πάσης ἐπιστήμης, ὥσπερ θριγκὸς τοῖς μαθήμασιν ἡ δ. ἐπάνω κεῖται Πολ. 534Ε· ― ὡσαύτως, τὸ διαλεκτικὸν Σοφ. 253Ε. 2) ἡ λογικὴ τῶν πιθανοτήτων, κατ᾿ ἀντίθεσιν πρὸς θετικὴν ἀπόδειξιν, Ἀριστ. Τοπ. 1. 1, 2 καὶ 14, 5, Ρητ. 1. 1, 1· πρβλ. Pacium Ἀναλ. Πρ. 1. 1, 6· ― ἡ τῶν Στωικῶν διαλεκτικὴ περιεῖχε καὶ γραμματικήν. ΙΙΙ. ἐπίρρ. -κῶς, κατὰ τρόπον διαλεκτικόν, Πλάτ. Φιλ. 17Α, κτλ.· διὰ συζητήσεως, δι᾿ ἐπιχειρημάτων· ἀντίθετον κατ᾿ ἀλήθειαν, Ἀριστ. Τοπ. 1. 14, 5, πρβλ. π. Ψυχ. 1. 1, 8.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
1 qui concerne la discussion : ἡ διαλεκτική (τέχνη) la dialectique, càd l’art de discuter ; postér. la discussion ou le calcul des probabilités;
2 propre à la discussion, habile à discuter.
Étymologie: διαλέγομαι.

Spanish (DGE)

-ή, -όν
I 1propio de la discusión o dialéctica, dialéctico
a) de abstr. ἡ δ. μέθοδος método filosófico basado en la discusión por medio de preguntas y respuestas, Pl.R.533c
ὁ δ. συλλογισμός silogismo dialéctico, argumentación o razonamiento deductivo como método de razonamiento al que se llega por medio de la discusión, Arist.Top.100a22, ἡ διαλεκτικὴ τέχνη tratado dialéctico o de dialéctica D.H.Comp.4.16, cf. 19, Rh.10.10;
b) de pers. hábil, experto o versado en la dialéctica, dialéctico Pl.Cra.390c, cf. 398d, R.534b, οὗτος ἔοικε μαντικώτατος ὁμοῦ γενέσθαι καὶ διαλεκτικώτατος de Heracles, Plu.2.387d, cf. 845c, X.Mem.4.5.12, διαλεκτικώτατος ... κατὰ πασῶν αἱρέσεων de Evagrio Póntico, Pall.H.Laus.38.2, cf. Hsch., en sent. neg. implicando falsedad τῇ ζωῇ δ. ἦν ἄλλα μὲν λέγων ἄλλα δὲ φρονῶν de Zenón, Elias in Cat.109.11 (= Zeno Eleat.A 15)
subst. οἱ διαλεκτικοί los dialécticos sinón. de filósofos y op. γεωμέτραι, ἀστρονόμοι, λογιστικοί Pl.Euthd.290c, op. σοφισταί Arist.Metaph.1004b17, περὶ ὅσων οἱ διαλεκτικοὶ πειρῶνται σκοπεῖν ἐκ τῶν ἐνδόξων μόνων ποιούμενοι τὴν σκέψιν acerca de cuantas cosas tratan de indagar los dialécticos, basando su indagación en meras opiniones Arist.Metaph.995b23, cf. Epicur.Fr.[101] 24, Ph.1.321, Ath.607b, ref. a la escuela de Mégara, Phld.Rh.1.279, Διονύσιος ὁ δ. de Dionisio de Calcis, Str.12.4.9, οἱ νῦν διαλεκτικοὶ περὶ τὰ σοφιστικὰ ἀσχολούμενοι ποιοῦσιν Clem.Al.Strom.1.28.176, cf. Gr.Naz.M.36.24A, πρὸς τοὺς διαλεκτικούς tít. de una obra de Metrodoro, D.L.10.24, de Aristón, D.L.7.163
neutr. compar. como adv. de un modo más dialéctico διαλεκτικώτερον ἀποκρίνεσθαι contestar de un modo más propio de la conversación, e.e. de la dialéctica Pl.Men.75d, cf. Plu.2.668d
de un modo más lógico ἴδοι δ' ἄν τις αὐτὸ καὶ διαλεκτικώτερον Dam.Pr.97.
2 propio de la conversación, conversacional χορὸς δ. coro hablado en lugar de cantado, Demetr.Eloc.167.
II propio de o apto para el lenguaje δ. ὄργανα órganos del lenguaje articulado op. φωνητικά Gal.16.204.
III subst.
1 ἡ δ. (sc. τέχνη) la dialéctica, el arte de la discusión δοκεῖ σοι ... ὥσπερ θριγκὸς τοῖς μαθήμασιν ἡ δ. ἡμῖν ἐπάνω κεῖσθαι Pl.R.534e, φησὶ δ' Ἀριστοτέλης ... εὑρετὴν αὐτὸν γενέσθαι διαλεκτικῆς de Zenón de Elea, Arist.Fr.65, ἡ ῥητορική ἐστιν ἀντίστροφος τῇ διαλεκτικῇ la retórica es una ‘antístrofa’ de la dialéctica Arist.Rh.1354a1, cf. Metaph.1004b25, Top.101b2, Aristid.Quint.2.3, los estoicos la identifican con la retórica, Chrysipp.Stoic.2.95, S.E.M.2.6, los epicúreos τὴν διαλεκτικὴν ὡς παρέλκουσαν ἀποδοκιμάζουσιν Epicur.[1] 31, διαλεκτικὴ δὲ ἡ ῥητορικῆς ἀδελφὴ καὶ δίδυμος Ph.1.521, cf. 346, γεωμετρία καὶ δ. καὶ μουσική Plu.2.122d, cf. Ph.1.302, Luc.Icar.33, Hist.Cons.32, ἡ δ. φρόνησίς ἐστι περὶ τὰ νοητὰ διαιρετική Clem.Al.Strom.1.28.177, ἡ δ. ... ἐπιστήμη ἀληθῶν καὶ ψευδῶν καὶ οὐδετέρων D.L.7.42, ἢ ταὐτὸν φιλοσοφία καὶ διαλεκτική; Plot.1.3.5, cf. 6
περὶ διαλεκτικῆς tít. de una obra de Cleantes, D.L.7.175, de Crisipo y de Diógenes de Babilonia, D.L.7.71, de Esfero, D.L.7.178
c. valoración neg. ὁ τῆς φιλοσοφίας καὶ τῆς διαλεκτικῆς εὑρετής (ὁ διάβολος) Clem.Al.Strom.1.9.44.
2 τὸ δ. técnica de la dialéctica, la dialéctica τό γε δ. οὐκ ἄλλῳ δώσεις ... πλὴν τῷ καθαρῶς τε καὶ δικαίως φιλοσοφοῦντι Pl.Sph.253e, ἔστι δὲ ἴσως τὸ διαλεκτικώτερον ... τἀληθῆ ἀποκρίνεσθαι Pl.Men.75d
figura ret. argumento dialéctico desarrollado mediante preguntas y respuestas en un discurso, Tib.Fig.19.
IV adv. -ῶς de un modo dialéctico o por un método dialéctico op. ἐριστικῶς Pl.Phlb.17a, sinón. de πρὸς δόξαν y op. κατ' ἀλήθειαν Arist.Top.105b31, δῆλον ὅτι δ. εἴρηνται καὶ κενῶς ἅπαντες Arist.de An.403a2, δ. ποιεῖ (ὁ σοφός) Chrysipp.Stoic.3.180, op. ῥητορικῶς Phld.Rh.2.134, cf. Mus.4.21.31.

Greek Monolingual

-ή, -ό (AM διαλεκτικός, -ή, -όν) διάλεκτος
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη διαλεκτική
2. ο έμπειρος, ο ικανός στη διαλεκτική, ο επιδέξιος συνομιλητής
3. αυτός που ακολουθεί στη φιλοσοφία τη διαλεκτική μέθοδο, ο οπαδός της διαλεκτικής
4. αυτός που ανήκει ή που αναφέρεται σε μια διάλεκτο
5. το θηλ. ως ουσ. η διαλεκτική
διαδικασία της σκέψης που έχει ως κινητήρια δύναμη την αντίφαση, την οποία και επιχειρεί να επιλύσει
αρχ.
1. ο συζητητικός, αυτός που αναφέρεται στη συνομιλία ή στον διάλογο
2. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην άρθρωση
3. το ουδ. ως ουσ. το διαλεκτικόν
η διαλεκτική.

Greek Monotonic

διαλεκτικός: -ή, -όν (διαλέγομαι), έμπειρος στη διαλογική συζήτηση, ικανός στην επιχειρηματολογία (διαλεκτική), σε Πλάτ.· ἡ διαλεκτική (ενν. τέχνη), η τέχνη της συζήτησης με ερωτήσεις και απαντήσεις, η τέχνη της διαλεκτικής, στον ίδ.· επίρρ. -κῶς, κατά τρόπο λογικό, με επιχειρήματα, στον ίδ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

διαλεκτικός -ή -όν [διάλεκτος] tot de dialectiek behorend, dialectisch.

Russian (Dvoretsky)

διαλεκτικός:
1) искусный в вопросах и ответах (ὁ ἐρωτᾶν καὶ ἀποκρίνεσθαι ἐπιστάμενος Plat.);
2) умеющий доказывать и оспаривать (ῥήτορες Plat.; ἄνδρες ἡγεμονικώτατοι καὶ διαλεκτικώτατοι Xen.);
3) относящийся к искусству логической беседы, диалектический (ἐπιστήμη Plat.; μέθοδος Arst.).

Middle Liddell

διαλεκτικός, ή, όν adj διαλέγομαι
skilled in logical argument, Plat.:— ἡ διαλεκτική (sc. τέχνἠ the art of discussion, dialectic, Plat.: adv. -κῶς, logically, Plat.