Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εισακούω

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

(AM εἰσακούω)
ακούω κάποιον με ευμένεια, δέχομαι ευνοϊκά την παράκληση κάποιου («εισακούει τις παρακλήσεις μου», «εἰσάκουσον της δεήσεώς μου»)
νεοελλ.
εισακούομαι
γίνονται δεκτές οι υποδείξεις μου
μσν.
1. (για δίκη) γίνομαι δεκτός
2. ονομάζομαι («οὐκ ἄν ἄλλος, ζῶντος ἐμοῡ, εἰσακουσθῆ ἀνήρ σου)»
αρχ.
1. προσέχω κάποιον, ακούω με προσοχή
2. υπακούω, υποχωρώ
3. ακούω.