Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εισακούω

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

(AM εἰσακούω)
ακούω κάποιον με ευμένεια, δέχομαι ευνοϊκά την παράκληση κάποιου («εισακούει τις παρακλήσεις μου», «εἰσάκουσον της δεήσεώς μου»)
νεοελλ.
εισακούομαι
γίνονται δεκτές οι υποδείξεις μου
μσν.
1. (για δίκη) γίνομαι δεκτός
2. ονομάζομαι («οὐκ ἄν ἄλλος, ζῶντος ἐμοῡ, εἰσακουσθῆ ἀνήρ σου)»
αρχ.
1. προσέχω κάποιον, ακούω με προσοχή
2. υπακούω, υποχωρώ
3. ακούω.