Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δεκτός

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: δεκτός Medium diacritics: δεκτός Low diacritics: δεκτός Capitals: ΔΕΚΤΟΣ
Transliteration A: dektós Transliteration B: dektos Transliteration C: dektos Beta Code: dekto/s

English (LSJ)

ή, όν, A to be received or accepled, acceptable, LXXIs.61.2, al., Ev.Luc.4.24; δεκτόν [ἐστι] it is an accepted principle, c. inf., Erot.Praef. 2 to be grasped, χείρ Iamb.Protr.21.ιθ. II to be taken, understood, Phld.Rh.2.269 S.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 543] annehmlich, angenehm, N. T.

Greek (Liddell-Scott)

δεκτός: -ή, -όν, ῥημ. ἐπίθ. τοῦ δέχομαι, ὃν πρέπει τις νὰ δεχθῇ ἢ λάβῃ, εὐπρόσδεκτος, Λατ. acceptus, Εὐαγγ. κ. Λουκ. δ΄, 19, 24, κτλ.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
accepté, admis ; agréable.
Étymologie: δέχομαι.

Spanish (DGE)

-ή, -όν
1 bien aceptado, agradable ὁλοκαύτωμα ... κυρίῳ δεκτόν LXX Le.17.4, καιρῷ δεκτῷ ἐπήκουσά σου en el tiempo de complacencia te escuché LXX Is.49.8, ἐπιθυμία ... δικαίου δεκτή el deseo del justo encuentra buena acogida LXX Pr.10.24, ἐνιαυτὸν κυρίου δεκτόν año de gracia del Señor, Eu.Luc.4.19
de pers. δ. παρ' αὐτῷ (κυρίῳ) LXX Pr.12.22, οὐδεὶς προφήτης δ. ἐστιν ἐν τῇ πατρίδι αὐτοῦ Eu.Luc.4.24
δεκτόν (ἐστί) c. inf. es un principio aceptado que ... Erot.praef.7.18
que es cogido χείρ Iambl.Protr.21.
2 jur. que puede ser admitido a trámite, admisible δεκτὴν παραγράψασθαι (τὴν δίκην) IG 9(2).522.27 (Larisa III/II a.C.) en SEG 13.391.
3 subst. τὸ δ. supuesto o principio aceptado Phld.Rh.2.269bis.

English (Strong)

from δέχομαι; approved; (figuratively) propitious: accepted(-table).

English (Thayer)

δεκτή, δεκτόν (δέχομαι), accepted, acceptable: τίνι, καιρός δεκτός, רָצון עֵת), and ἐνιαυτός δεκτός, רָצון שְׁנַת), denote that most blessed time when salvation and the free favors of God profusely abound. (Jamblichus, protr. symb. § 20, p. 350.)

Greek Monolingual

και δεχτός, -ή, -ό (AM δεκτός, -ή, -όν) δέχομαι
ο αποδεκτός, ο παραδεκτός (α. «η πρόταση έγινε δεκτή» β. «οὐδεὶς προφήτης δεκτὸς ἐν τῇ πατρίδι αὐτοῦ», ΚΔ)
νεοελλ.
1. εκείνος τον οποίο δέχεται σε ακρόαση αξιωματούχος ή προϊστάμενος στην ιεραρχία
2. φρ. α) δεκτή
ένδειξη σε συναλλαγματικές η οποία τοποθετείται πάνω από την υπογραφή του αποδέκτη
β) δεκτό (ν)
μονολεκτική έκφραση συμφωνίας και αποδοχής
μσν.
1. ευάρεστος («ἔργα δεκτὰ τῷ Θεῷ»)
2. επιδεκτικόςμνηστεία οὔπω δεκτὴ γάμου» — μνηστεία που δεν επιτρέπεται ακόμη να φθάσει σε γάμο)
αρχ.
1. ο κατανοητός
2. το θηλ. ως ουσ. η δεκτή
η χλαίνη.

Greek Monotonic

δεκτός: -ή, -όν, ρημ. επίθ. του δέχομαι, ευπρόσδεκτος, αποδεκτός, σε Καινή Διαθήκη

Russian (Dvoretsky)

δεκτός:
1) приятный (τινι NT);
2) благоприятный (καιρός NT).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

δεκτός -ή -όν [δέχομαι] welkom, aangenaam, welgevallig; met dat. aan iem.

Middle Liddell

verb. adj. of δέχομαι
acceptable, NTest.

Chinese

原文音譯:dektÒj 得克拖士
詞類次數:形容詞(5)
原文字根:(可)領受(的) 相當於: (רָצָא‎ / רָצָה‎) (רָצֹון‎)
字義溯源:認可的,合意的,可嘉許的,收納的,悅納的;源自(δέχομαι)*=領受)。比較: (εὐπρόσδεκτος)=悅納的。保羅引用( 賽61:2)的話說:在悅納(1184)數量太多,不能盡錄;
2) 悅納的(1) 林後6:2;
3) 所悅納(1) 徒10:35;
4) 被悅納的(1) 路4:24;
5) 悅納人的(1) 路4:19