Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παράκληση

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K

Greek Monolingual

η / παράκλησις, -ήσεως, ΝΜΑ παρακαλώ
1. επίκληση ή ικεσία, δέηση που απευθύνεται στον Θεό
2. διατύπωση αιτήματος, πράξη με την οποία ζητά κανείς από κάποιον άλλο να κάνει κάτι γι' αυτόν ως χάρη («ταῑς ἐμαῑς παρακλήσεσι τοῦτο πεπόνηκεν», πάπ.)
νεοελλ.-μσν.
(ιδίως στον πληθ.) οι παρακλήσεις
ονομασία ικετηρίων εσπερινών ακολουθιών προς τη Θεοτόκο, κατά τις οποίες ψάλλεται ο παρακλητικός κανόνας κατά το πρώτο δεκαπενθήμερο του Αυγούστου
αρχ.
1. πρόσκληση κάποιου για βοήθεια
2. δέηση για να αποτραπεί κάτι
3. παρόρμηση, παρακίνηση, προτροπή
4. παραμυθία, παρηγοριά.