Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δράμα

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

το (AM δρᾱμα)
1. θεατρικό έργο του αρχαίου θεάτρου σε διαλογική μορφή, γραμμένο για να παρασταθεί μπροστά στο κοινό με ηθοποιούς που δρουν, δεν απαγγέλλουν απλώς (τραγωδία, κωμωδία, σατυρικό δράμα)
2. σημαντικό, δυσάρεστο συνήθως γεγονός με σοβαρές επιπτώσεις
3. «σατυρικόν δράμα» — θεατρικό έργο με εύθυμη υπόθεση, χορό που αποτελείται συνήθως από σατύρους, στενά δεμένο με τη διονυσιακή λατρεία
μσν.- νεοελλ.
«τὸ θεῑον δρᾱμα» — τα πάθη του Χριστού από τη σύλληψη ώς τον θάνατό του
νεοελλ.
1. θεατρικό έργο με σοβαρή υπόθεση που προκαλεί τη συγκίνηση ή τον έντονο προβληματισμό τών θεατών
2. «λυρικό δράμα» — όπερα ή άλλο είδος έργου του λυρικού θεάτρου
3. δυσάρεστο γεγονός
4. φρ. «είμαι δράμα», «είναι δράμα» — για καταστάσεις που προκαλούν λύπη, οίκτο ή και θυμηδία
μσν.
ενέδρα
αρχ.
1. έργο, πράξη
2. καθήκον, χρέος
3. συναρπαστικό θέαμα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < (θ.) δρα- (βλ. λ. δρω). Η λ. πρωτοχρησιμοποιήθηκε από τον Αισχύλο για να χαρακτηρίσει το έγκλημα του Πάριδος, ενώ αργότερα περιορίστηκε στη σημασία «τραγωδία»].