Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εκφωνώ

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

(-έω) (AM ἐκφωνῶ)
νεοελλ.
απαγγέλλω δυνατά, διαβάζω μεγαλόφωνα
«εκφωνώ λόγο», «εκφωνώ τα ονόματα τών μαρτύρων»
αρχ.-μσν.
1. κραυγάζω2. λέγω, αποφαίνομαι
3. προφέρω, απαγγέλλω
4. κοινοποιώ, γνωστοποιώ με κήρυκα
5. μνημονεύω ρητά, κάνω μνεία
6. καθορίζω («εἰ μὴ ἐκφωνήσω χρόνον»).