Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εμπόριο

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

το (AM ἐμπόριον, Α και ἐμπορεῑον)
νεοελλ.
η αγοραπωλησία φυσικών ή τεχνητών προϊόντων με σκοπό το κέρδος («εξαγωγικό, εισαγωγικό, διαμετακομιστικό εμπόριο», «εμπόριο κρεάτων κ.λπ.»)
αρχ.-μσν.
παραθαλάσσιος εμπορικός σταθμός, αγορά ή αποθήκη εμπορευμάτων, εμπορικό λιμάνι
αρχ.
1. εμπορικό κέντρο μεσόγειο ή παραθαλάσσιο εκεί που δεν υπήρχε πόλη
2. είδος χρηματιστηρίου στην Αθήνα όπου συγκεντρώνονταν οι έμποροι
3. στον πληθ. τὰ ἐμπόρια
εμπορεύματα
4. φρ. «οἱ ἐκ τοῦ ἐμπορίου» — οι ξένοι έμποροι.