Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επίλυση

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

η (AM ἐπίλυσις) επιλύω
1. η εύρεση της λύσης που πρέπει («η επίλυση τών προβλημάτων»)
2. εξήγηση, διασάφηση
αρχ.-μσν.
απαλλαγή από κάτι («Ποσειδᾱν, ἐπίλυσιν φόβων, ἐπίλυσιν δίδου», Αισχ.)
μσν.
είδος αυτοκρατορικού εγγράφου
αρχ.
1. απαλλαγή από την εξορία
2. ανασκευή
3. εξόφληση χρέους
4. εξορκισμός, ξόρκι
5. κατάλυση νηστείας
6. αλλαγή επιδέσμων.