Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επίχειρα

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

τα (AM ἐπίχειρα, τὰ
Α και ἐπίχειρον, τὸ)
η πληρωμή που λαβαίνει κάποιος για το κακό που έπραξε, ποινή, τιμωρία για κάτι (α. «τα επίχείρα της κακίας του» β. «τοιαῡτα τῆς ὑψηγόρου γλώσσης τἀπίχειρα γίγνεται» γ. «τῆς προπετείας πικρά κομίζονται τἀπίχειρα»)
αρχ.
1. αμοιβή, πληρωμή για χειρωνακτική εργασία
2. ανταμοιβή («ἀρετῆς ἐπίχειρα»)
3. φρ. «ξιφέων ἐπίχειρα λαχοῡσα» — αφού πήρε την πληρωμή του σπαθιού, δηλ. αφού σφάχτηκε, Σοφ.)
4. εν. τὸ ἐπίχειρον
ο βραχίονας.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του μη μαρτυρουμένου επιθ. επί + χειρος (< επί + χειρ)].