Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εργοπόνος

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

ἐργοπόνος, ὁ (AM)
1. αυτός που εκτελεί χειρωνακτική ή κοπιαστική εργασία (γεωργός, αλιεύς, κυνηγός)
2. (για τον Χριστό ως Υιό και Λόγο του Θεού) ο δημιουργός
αρχ.
ως επίθ. εργατικός, φιλόπονος.
[ΕΤΥΜΟΛ. έργον + πόνος «κόπος»].