Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εργοπόνος

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2

Greek Monolingual

ἐργοπόνος, ὁ (AM)
1. αυτός που εκτελεί χειρωνακτική ή κοπιαστική εργασία (γεωργός, αλιεύς, κυνηγός)
2. (για τον Χριστό ως Υιό και Λόγο του Θεού) ο δημιουργός
αρχ.
ως επίθ. εργατικός, φιλόπονος.
[ΕΤΥΜΟΛ. έργον + πόνος «κόπος»].