Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ερώτηση

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

η (AM ἐρώτησις) ερωτώ
1. η πρόταση που εκφράζει απορία και με την οποία ζητούνται πληροφορίες («ἐρωτήσεως γὰρ ἔτι ἡ ἀπόκρισις ἡμῑν δεῑται», Πλάτ.)
2. η πρόταση που απευθύνεται σε κάποιον για εξεταστικό σκοπό
νεοελλ.
1. το ζήτημα για το οποίο ζητάει κάποιος απάντηση ή διευκρίνηση
2. (φρ. «παραπειστική ερώτηση» — διφορούμενη ερώτηση που μπορεί να τήν εννοήσει κάποιος με δύο τρόπους και που απευθύνεται για παραπλάνηση
μσν.
1. (για μάρτυρα) εξέταση, ανάκριση
2. αίτηση
αρχ.
(στη διαλεκτική) πρόκληση λογικών συμπερασμάτων με ερωτήσεις.