Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ζήτημα

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: ζήτημα Medium diacritics: ζήτημα Low diacritics: ζήτημα Capitals: ΖΗΤΗΜΑ
Transliteration A: zḗtēma Transliteration B: zētēma Transliteration C: zitima Beta Code: zh/thma

English (LSJ)

ατος, τό,

   A that which is sought, Hp.VM3; οὐ ῥάδιον ζ. a thing not easy to find, of Pentheus' mutilated limbs, E.Ba.1139; δυσνοούμενον ζ., of God, Secund.Sent.3.    II inquiry, question, S.OT278, Act.Ap.15.2,al.; esp. of a philosophic nature, τὸ περὶ νόμους ζ. Pl.Lg.631a; τὰ περὶ φύσεως ζ. ib.891c; ποιητικῶν ζ. λύσεις Metrod.Herc.831.13; also τοῦτ'… οὗ τυγχάνει ζ. Pl.Cra.421a; ἐκεῖνό γ' ἦν τὸ ζ. πρῶτον, πότερον… Id.Sph.221c; search, σῶμα μυρίοις ζητήμασιν εὑρών E.Ba.1218; μητρός after her, Id.Ion1352.    2 official or judicial inquiry, POxy.97.14 (ii A.D.).    III in pl., claims, PRyl.117.14 (iii A.D.); subjects of dispute, SIG785.8 (i A.D.), Act.Ap.25.19.

German (Pape)

[Seite 1139] τό, das Suchen, die Untersuchung; μητρός Eur. Ion 1352; περὶ νόμων, περὶ φύσεως, Plat. Legg. I, 630 c X, 891 c; Gegenstand der Untersuchung, Soph. O. R. 278.

Greek (Liddell-Scott)

ζήτημα: τό, τὸ ζητούμενον, Ἱππ. Ἀρχ. Ἰητρ. 9· οὐ ῥᾴδιον ζ., πρᾶγμα δυσεύρετον, ἐπὶ τῶν ἠκρωτηριασμένων μελῶν τοῦ Πενθέως, Εὐρ. Βάκχ. 1139. ΙΙ. ἔρευνα, Σοφ. Ο. Τ. 278, ἰδίως φιλοσοφικῆς φύσεως, τὸ περὶ νόμους ζ. Πλάτ. Νόμ. 630Ε· τὰ περὶ φύσεως ζ. αὐτόθι 891C· ὡσαύτως, τοῦτ’ οὗ τυγχάνει ζ. ὁ αὐτ. Κρατ. 421Α· ἐκεῖνό γ’ ἦν τὸ ζ. πρῶτον, πότερον… ὁ αὐτ. Σοφ. 221C· ἀναζήτησις, ἔρευνα, μυρίοις ζητήμασιν εὑρὼν Εὐρ. Βάκχ. 1218· μητρός, περὶ τῆς μητρός, ὁ αὐτ. Ἴωνι 1352.

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
1 recherche;
2 objet de recherche.
Étymologie: ζητέω.

English (Strong)

from ζητέω; a search (properly concretely), i.e. (in words) a debate: question.

English (Thayer)

ζητητός, τό (ζητέω), a question, debate: νόμου, about the law, περί τίνος, Sophocles down.)

Greek Monolingual

το (AM ζήτημα) ζητώ·1. αυτό το οποίο ζητείται, το αντικείμενο τἡς έρευνας («οὐ ῥᾁδιον ζήτημα» — δεν είναι πράγμα που βρίσκεται εύκολα, Ευρ.)
2. αιτία προστριβών, διαφορά, διένεξη («δημιουργεί ζητήματα εκ του μηδενός» — γεννά αφορμές για αδικαιολόγητες διενέξεις)
νεοελλ.
1. (νομ.) καθένα από τα ερωτήματα που υποβάλλονται στους ενόρκους και στα οποία πρέπει να απαντήσουν
2. φρ. α) «δεν υπάρχει ζήτημα» — δεν αξίζει τον κόπο να γίνεται συζήτηση, δεν υπάρχει πρόβλημα
β) «το έκανε ζήτημα» — έδωσε σε κάποιο θέμα μεγάλη σημασία
(νεοελλ.-μσν.)
1. αίτημα
2. απόρημα, ερώτημα, πρόβλημα για λύση
3. παράκληση, χάρη
μσν.-αρχ.
απαίτηση, αξίωση
αρχ.
έρευνα, εξέταση.

Greek Monotonic

ζήτημα: -ατος, τό,
I. αυτό που επιζητείται, ζητούμενο· οὐ ῥᾴδιον ζήτημα, κάτι το οποίο δεν είναι εύκολο να ανευρεθεί (λέγεται για τα ακρωτηριασμένα μέλη του Πενθέα), σε Ευρ.
II. 1. αναζήτηση, έρευνα, εξέταση, σε Σοφ., Πλάτ. κ.λπ.
2. έρευνα, εξακρίβωση, προσπάθεια ανίχνευσης· μητρός, αναζήτηση της μητέρας, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

ζήτημα: ατος τό
1) искание, отыскивание, поиски: οὐ ῥάδιον ζ. Eur. нелегко (было) искать; μυρίοις ζητήμασι εὑρών Eur. найдя после долгих поисков;
2) розыск, расследование: τὸ ζ. ἦν Φοίβου Soph. этот розыск (убийцы Лаия) должен был произвести Феб;
3) исследование, изыскание (περὶ νόμου Plat., NT и νόμου NT; τὰ περὶ φύσεως ζητήματα Plat.);
4) предмет исследования, вопрос (ζ. κοινὸν πολλοῖς Arst.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

ζήτημα -ατος, τό [ζητέω] onderzoek, onderzoeking: geneesk..; τῷ δ ’ εὑρήματι τούτῳ καὶ ζητήματι τί ἄν τις οὔνομα... θείη; welke naam zou men kunnen geven aan die uitvinding en dat onderzoek? Hp. VM 3; m. n. filos..; τὸ περὶ νόμους ζ. het onderzoek naar de wetten Plat. Lg. 631a; zoektocht:. μητρὸς ζ. naar mijn moeder Eur. Ion 1352. vraagstuk:; τὸ... ζήτημα... ἦν Φοίβου τόδ ’ εἰπεῖν ὅστις εἴργασται wat het vraagstuk betreft, het is aan Phoebus om te zeggen wie dit gedaan heeft Soph. OT 278; uitbr. verschil van mening:. ζητήματα... περὶ τῆς ἰδίας δεισιδαιμονίας εἶχον πρὸς αὐτόν zij hadden verschil van mening met hem over hun eigen godsdienst NT Act. Ap. 25.19.

Middle Liddell

[From ζητέω
I. that which is sought, οὐ ῥᾴδιον ζ. a thing not easy to find, Eur.
II. an inquiry, question, Soph., Plat., etc.
2. a search, μητρός after her, Eur.

Chinese

原文音譯:z»thma 色帖馬
詞類次數:名詞(5)
原文字根:尋求(果效)
字義溯源:搜查,訊問,辯論,爭辯,爭論;源自(ζητέω)*=尋求)
出現次數:總共(5);徒(5)
譯字彙編
1) 辯論(3) 徒15:2; 徒23:29; 徒26:3;
2) 爭辯(1) 徒25:19;
3) 所爭論的(1) 徒18:15