Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐρώτησις

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: ἐρώτησις Medium diacritics: ἐρώτησις Low diacritics: ερώτησις Capitals: ΕΡΩΤΗΣΙΣ
Transliteration A: erṓtēsis Transliteration B: erōtēsis Transliteration C: erotisis Beta Code: e)rw/thsis

English (LSJ)

εως, ἡ,

   A questioning, interrogation, Hp.Steril.213, Pl.Prt.312d, al., X. Cyr.8.4.13, al. ; ἐ. ποιήσασθαι Isoc.8.58 ; τινος about a thing, Pl.Tht. 147c ; ἐρωτήσεως [ἐπιρρήματα] interrogative adverbs, D.T.642.12.    II ἐ. ἀντιφάσεως ('Is A B or is it not B ?') Arist.APr.24a25, b10 ; v. ἐρώτημα11.    III proposition, matter submitted, δηλοῖ τὴν ἐ. φόβον ἔχειν Cat.Cod.Astr.1.103.

German (Pape)

[Seite 1041] ἡ, das Fragen, die Frage, oft neben ἀπόκρισις, Plat., τινός, wonach, Theaet. 147 c; ποιεῖσθαι Isocr. 8, 58; ψεύδους γε οὐδεμία ἐρώτησις δεῖται Xen. Cyr. 8, 4, 13; Sp.

Greek (Liddell-Scott)

ἐρώτησις: -εως, ἡ, ὡς καὶ νῦν, Πλάτ. Πρωτ. 312D, κ. ἀλλ., Ξεν. Κύρ. 8. 4, 13, κ. ἀλλ.· ταύτην ποιήσασθαι τὴν ἐρώτησιν Ἰσοκρ. 171Α· περί τινος, ἐν τῇ τοῦ πηλοῦ ἐρωτήσει Πλάτ. Θεαίτ. 147C. ΙΙ. ἐν τῇ διαλεκτικῇ, πρόκλησις συμπερασμάτων δι’ ἐρωτήσεων, Ἀριστ. Ἀναλυτ. Πρ. 1. 1, 3, κ. ἀλλ. πρβλ. ἐρωτάω ΙΙ. 2.

French (Bailly abrégé)

εως (ἡ) :
action d’interroger, question, interrogation.
Étymologie: ἐρωτάω.

Greek Monotonic

ἐρώτησις: -εως, η (ἐρωτάω), ερώτημα, σε Πλάτ., Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

ἐρώτησις: εως ἡ
1) постановка вопроса, вопрос: ἐξ ἐρωτήσεως Arst. в порядке вопроса; ψεύδους οὐδεμία ἔ. δεῖται Xen. ни на один вопрос нельзя отвечать неправдой; ἐρωτήσεως ἔτιἀπόκρισις δεῖται Plat. (этот) ответ нуждается в (предварительной) постановке вопроса; ἐρωτήσεος ἐπιρρήματα грам. вопросительные наречия;
2) лог. метод вопросов (для приведения собеседника к умозаключению) (ἡ διαλεκτικὴ πρότασις ἐ. ἀντιφάσεώς ἐστιν Arst.).

Middle Liddell

ἐρώτησις, εως ἐρωτάω
a questioning, Plat., Xen.