Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ευρυχωρία

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

η (ΑΜ εὐρυχωρία, Α και ιων. τ. εὐρυχωρίη) ευρύχωρος
ευρύς χώρος, εκτεταμένος χώρος, απλωσιά
αρχ.
1. ο κενός χώρος στο εξαρθρωμένο μέλος
2. (για εκτεταμένο πεδίο) το κατάλληλο για μάχη
3. (για τη θάλασσα) ανοιχτό και εκτεταμένο μέρος
4. ελεύθερο διάστημα, τόπος για να κάνει κάποιος κάτι.