Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ηφαιστειακός

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

-ή, -ό
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται ή προσιδιάζει στα ηφαίστεια, ηφαίστειος («ηφαιστειακή ενέργεια»)
2. μτφ. εκρηκτικός, παράφορος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ηφαίστειο + κατάλ. -ακος (πρβλ. μουσει-ακός, οικογενει-ακός)].