Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

θυμολέων

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: θῡμολέων Medium diacritics: θυμολέων Low diacritics: θυμολέων Capitals: ΘΥΜΟΛΕΩΝ
Transliteration A: thymoléōn Transliteration B: thymoleōn Transliteration C: thymoleon Beta Code: qumole/wn

English (LSJ)

οντος, ὁ,

   A lion-hearted, of Achilles, Il.7.228, Hes.Th.1007; of Ulysses, πόσιν ἀπώλεσα θ. Od.4.724; of Hercules, 11.267, cf. Ar.Ra.1041 (anap.).

German (Pape)

[Seite 1223] οντος, ὁ, löwenmuthig, -herzig; Iliad. 5, 639. 7, 228 Odyss. 4, 724. 814. 11, 267, stets acc. sing. θυμολέοντα; Ar. Ran. 1041; Dionysus, Hymn. (IX, 524, 8).

Greek (Liddell-Scott)

θῡμολέων: -οντος, ὁ, λεοντόκαρδος, Coeur-de-lion, ἐπὶ τοῦ Ἀχιλλέως, Ἰλ. Η. 228· περὶ τοῦ Ὀδυσσέως, πόσιν ὤλεσα θυμ. Ὀδ. Δ. 724, 814· περὶ τοῦ Ἡρακλέους, Λ. 267, Ἡσ. Θ. 1007, πρβλ. Ἀριστοφ. Βατρ. 1041.

French (Bailly abrégé)

οντος (ὁ) :
au cœur de lion.
Étymologie: θυμός, λέων.

Greek Monolingual

θυμολέων, ὁ (Α)
(για τον Αχιλλέα, τον Οδυσσέα και τον Ηρακλή) αυτός που έχει καρδιά λιονταριού, ο λεοντόκαρδος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θυμο- + -λέων.

Greek Monotonic

θῡμολέων: -οντος, ὁ, λεοντόκαρδος, Coeur-de-lion, σε Ομήρ. Ιλ.

Russian (Dvoretsky)

θῡμολέων: οντος adj. m с львиным сердцем, храбрый как лев (Ἀχιλλεύς Hom., Hes.; Πάτροκλος Arph.; Διόνυσος Anth.).

Middle Liddell

θῡμο-λέων, οντος, ὁ,
lion-hearted, coeur-de-lion, Il.