Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κέντρωμα

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B

Greek Monolingual

το κεντρώ
1. νύξη, τσίμπημα, κέντρισμα με αιχμηρό όργανο, αγκύλωμα
2. εμβόλιο που γίνεται σε φυτά, μπόλιασμα, μεταμόσχευση, κεντρωμάδα.