Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

καλλιτέχνημα

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

German (Pape)

[Seite 1311] τό, schöne Kunstarbeit, Eust.

Greek (Liddell-Scott)

καλλιτέχνημα: τό, ἔργον τέχνης, Εὐστ. 318, 66.

Greek Monolingual

το (Μ καλλιτέχνημα) καλλιτεχνώ
το καλλιτεχνικό δημιούργημα, το έργο τέχνης
νεοελλ.
καθετί που έχει δουλευτεί με καλαισθησία, το κομψοτέχνημα.