Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

καταδεκτικός

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: καταδεκτικός Medium diacritics: καταδεκτικός Low diacritics: καταδεκτικός Capitals: ΚΑΤΑΔΕΚΤΙΚΟΣ
Transliteration A: katadektikós Transliteration B: katadektikos Transliteration C: katadektikos Beta Code: katadektiko/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A receptive, Simp.in Cat.247.34.

German (Pape)

[Seite 1345] ή, όν, aufnehmend, Macrob. Saturn. 7, 4.

Greek Monolingual

και καταδεχτικός, -ή, -ό (AM καταδεκτικός, -ή, -όν) καταδέχομαι
νεοελλ.-μσν.
αυτός που καταδέχεται, αυτός που φέρεται με συγκαταβατικότητα και μετριοφροσύνη
αρχ.
ο δεκτικός.