Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συνθλίβω

Ἀλλ’ ἐσθ’ ὁ θάνατος λοῖσθος ἰατρός κακῶν -> But death is the ultimate healer of ills
Sophocles, Fragment 698
Full diacritics: συνθλίβω Medium diacritics: συνθλίβω Low diacritics: συνθλίβω Capitals: ΣΥΝΘΛΙΒΩ
Transliteration A: synthlíbō Transliteration B: synthlibō Transliteration C: synthlivo Beta Code: sunqli/bw

English (LSJ)

[ῑ],

   A press together, compress, Arist.Rh.1361b17, Cael. 307b12, Thphr.Ign.58,74; of a crowd, Ev.Marc.5.24:—Pass., Pl.Ti. 92a, Arist.HA555b26; σ. εἰς τὴν κοιλίαν Id.Pr.895b2; πρὸς ἄλληλα ib.929a15; συντεθλιμμένον ἤτοι συνεπτυγμένον ἄργυρον, = collisum argentum, Gloss.: aor. 2 συνεθλίβην [ῐ] Plu.2.408e,430c.

Greek (Liddell-Scott)

συνθλίβω: [ῑ], μέλλ. -ψω, θλίβω ὁμοῦ, πιέζω, συμπιέζω, Ἀριστ. Ρητορ. 1. 5, 5, 12, περὶ Οὐραν. 3. 8, 14, κ. ἀλλ. ― Παθ., Πλάτ. Τίμ. 91Ε, Ἀριστ. π. τὰ Ἱστ. 5. 28, 2· σ. εἰς τὴν κοιλίαν ὁ αὐτ. ἐν Προβλ. 10. 43, 1· πρὸς ἄλληλα αὐτόθι 21. 16.

French (Bailly abrégé)

presser ensemble, comprimer.
Étymologie: σύν, θλίβω.

English (Strong)

from σύν and θλίβω; to compress, i.e. crowd on all sides: throng.

English (Thayer)

imperfect συνέθλιβον; to press together, press on all sides: τινα, of a thronging multitude, Plato, Aristotle, Strabo, Josephus, Plutarch.)

Greek Monolingual

ΝΜΑ
ασκώ μεγάλη πίεση σε κάτι, συμπιέζω, ζουλώ
νεοελλ.
σχηματίζω ζάρες σε κάτι με πίεση
μσν.-αρχ.
(κυρίως παθ.) συνθλίβομαι
(για πλήθος) συνωστίζομαι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + θλίβω «πιέζω, συμπιέζω»].

Greek Monotonic

συνθλίβω: [ῑ], μέλ. -ψω, συμπιέζω, πιέζω μαζί ή ταυτοχρόνως, σε Αριστ.

Russian (Dvoretsky)

συνθλίβω: (ῑ)
1) сжимать, стискивать, сдавливать (τι Arst. и τινά NT): συνθλίβεσθαι ἐς στενόν Plut. быть зажатым в узкое место, быть стесненным;
2) сбивать, уплотнять (τὴν χαυνότητα τῆς χιόνος Plut.); pass. густеть, твердеть (ὑπὸ τοῦ ψυχροῦ Arst.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

συν-θλίβω geheel platdrukken, samenpersen:. ἠκολούθει αὐτῷ ὄχλος πολύς, καὶ συνέθλιβον αὐτόν een grote menigte vergezelde hem en ze drongen om hem samen NT Marc. 5.24.

Middle Liddell

fut. ψω
to press together, compress, Arist.

Chinese

原文音譯:sunql⋯bw 尋-特里波
詞類次數:動詞(2)
原文字根:共同-壓縮
字義溯源:緊壓,擁擠;由(σύν / συνεπίσκοπος)*=同)與(θλίβω)=擁擠)組成,其中 (θλίβω)出自(τρίβος)=路徑),而 (τρίβος)出自(τρίβος)X*=磨擦)。參讀 (θλίβω)同義字
出現次數:總共(2);可(2)
譯字彙編
1) 擁擠(2) 可5:24; 可5:31