Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

καταυλισμός

Ἀλλ’ ἐσθ’ ὁ θάνατος λοῖσθος ἰατρός κακῶν -> But death is the ultimate healer of ills
Sophocles, Fragment 698

Greek Monolingual

ό
1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του καταυλίζομαι, πρόχειρη στάθμευση, προσωρινή στρατοπέδευση
2. ο τόπος όπου στρατοπεδεύει πρόχειρα ή διανυκτερεύει ένα στρατιωτικό τμήμα ή άλλη ομάδα ανθρώπων ή ο άμαχος πληθυσμός
3. η παραμονή σε αντίσκηνα, κατασκήνωση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < καταυλίζομαι. Η λ. μαρτυρείται από το 1844 στην εφημερίδα Αιών].