Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

καταυλισμός

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K

Greek Monolingual

ό
1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του καταυλίζομαι, πρόχειρη στάθμευση, προσωρινή στρατοπέδευση
2. ο τόπος όπου στρατοπεδεύει πρόχειρα ή διανυκτερεύει ένα στρατιωτικό τμήμα ή άλλη ομάδα ανθρώπων ή ο άμαχος πληθυσμός
3. η παραμονή σε αντίσκηνα, κατασκήνωση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < καταυλίζομαι. Η λ. μαρτυρείται από το 1844 στην εφημερίδα Αιών].