Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

στρατοπεδεύω

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: στρᾰτοπεδεύω Medium diacritics: στρατοπεδεύω Low diacritics: στρατοπεδεύω Capitals: ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΕΥΩ
Transliteration A: stratopedeúō Transliteration B: stratopedeuō Transliteration C: stratopedeyo Beta Code: stratopedeu/w

English (LSJ)

   A encamp, bivouac, take up a position, X.An.7.6.24 (v.l. in Cyr.4.2.6), LXX Ge.12.9, al.: more freq. in Med., Hdt.1.62,76, 2.141, Th.1.30, X.An.2.2.15, etc.; of a fleet, to be stationed, Hdt.7.124.

German (Pape)

[Seite 952] sich lagern lassen, ἐστρατοπέδευσεν αὐτο ύς, Xen. Hell. 2, 2, 8. Vgl. παραστρ. – Sich lagern, Xen. An. 7, 6, 24; ein Lager aufschlagen, Sp., wie Pol. 1, 17, 8. – Gew. im med.; Thuc. 4, 23. 78; Xen. Cyr. 4, 2, 6, Plat. Rep. III, 415., d;, Folgde.

Greek (Liddell-Scott)

στρατοπεδεύω: καταλαμβάνω θέσιν τινὰ μετὰ τοῦ στρατοῦ καὶ καταλύω, Ξεν. Ἀν. 7. 6, 24, πρβλ. Poppo εἰς Κύρ. 4. 2, 6· - συχνότερον ὡς ἀποθ. στρατοπεδεύομαι, Ἡρόδ. 1. 62, 76, 2. 141, Θουκ. 1. 30, κτλ.· ἐστρατοπεδεῦσθαι, εἶναι ἐν τῷ στρατοπέδῳ, Ξεν. Ἀν΄β. 2. 2, 15· ἐπὶ στόλου, ναυλοχῶ, Ἡρόδ. 7. 124.

French (Bailly abrégé)

camper;
Moy. στρατοπεδεύομαι camper :
1 établir un camp;
2 être établi dans un camp ; en parl. d’une flotte stationner.
Étymologie: στρατόπεδον.

Greek Monolingual

ΝΜΑ [[[στρατόπεδο]](ν)]
καταλύω, εγκαθίσταμαι σε στρατόπεδο (α. «η μονάδα στρατοπέδευσε στους γειτονικούς λόφους» β. «ὑπαίθριοι δ' ἔξω ἐστρατοπεδεύετε», Ξεν.)
αρχ.
1. σταθμεύω προσωρινά σε έναν τόπο
2. μέσ. στρατοπεδεύομαι
α) (για στόλο) παραμένω σε λιμάνι, είμαι αγκυροβολημένος, ναυλοχώ
β) μτφ. καταβάλλομαι («ὑπὸ τοιούτου φρονήματος στρατοπεδευθείς», Βασ.).

Greek Monotonic

στρᾰτοπεδεύω: μέλ. -σω, εγκαθίσταμαι σε στρατόπεδο, κατασκηνώνω στο ύπαιθρο, καταλαμβάνω στρατιωτική θέση, σε Ξεν.· επίσης ως αποθ., στρατοπεδεύομαι, σε Ηρόδ., Θουκ. κ.λπ.· παρακ. ἐστρατοπεδεῦσθαι, βρίσκομαι, καταλύω σε στρατόπεδο, σε Ξεν.· λέγεται για στόλο, σταθμεύω, ναυλοχώ, σε Ηρόδ.

Russian (Dvoretsky)

στρᾰτοπεδεύω: (преимущ. med.)
1) располагаться лагерем Xen., Thuc.;
2) стоять лагерем Xen.;
3) устраивать (себе) стоянку (ὁ ναυτικὸς στρατὸς περὶ πόλιν Θέρμην ἐστρατοπεδεύετο Her.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

στρατοπεδεύω [στρατόπεδον] een legerkamp opslaan, zich legeren, bivakkeren, gelegerd zijn; uitbr. van een vloot voor anker (gaan) liggen. Hdt. 7.124.

Middle Liddell


I. to encamp, bivouac, take up a position, Xen.:
II. as Dep. στρατοπεδεύομαι, Hdt., Thuc., etc.; perf. ἐστρατοπεδεῦσθαι to be in camp, Xen.: of a fleet, to be stationed, Hdt.