Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

στάθμευση

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

η, Ν σταθμεύω
1. προσωρινή στάση, διακοπή πορείας
2. προσωρινή παραμονή στρατιωτικής μονάδας σε ορισμένο χώρο μετά από πορεία ή μετά από μάχη
3. φρ. «μικτή στάθμευση» η περίπτωση κατά την οποία ένα μέρος του στρατεύματος επισταθμεύει και ένα άλλο καταυλίζεται.