Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

καχασμός

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: κᾰχασμός Medium diacritics: καχασμός Low diacritics: καχασμός Capitals: ΚΑΧΑΣΜΟΣ
Transliteration A: kachasmós Transliteration B: kachasmos Transliteration C: kachasmos Beta Code: kaxasmo/s

English (LSJ)

ὁ,

   A loud laughter, v.l. for κιχλισμός, Ar. Nu.1073 (pl.).

German (Pape)

[Seite 1409] ὁ, ausgelassenes Lachen, ἔκχυτος γέλως, VLL.; so lies't Rav. cod. Ar. Nub. 1072 für κιχλισμός. – Sp., wie Clem. Al. u. Poll. 6, 199, haben καγχασμός.

Greek (Liddell-Scott)

κᾰχασμός: ὁ, = καγχασμός (ὃ ἴδε), ὁ ἔκχυτος γέλως, Σουΐδ. «ἀθρόος καὶ ἄφθονος γέλως», τὸ καχάνισμα, Ἀριστοφ. Νεφ. 1073, κατὰ τὸ Ραβ. Ἀντίγραφον (κατὰ τὸν Κλήμ. Ἀλεξ. σ. 196, «κιχλισμός ἐπὶ τοῦ τῶν γυναικῶν γέλωτος, καχασμός δὲ ἐπὶ τοῦ τῶν ἀνδρῶν»).

Greek Monolingual

καχασμός, ὁ (Α) καχάζω
ο καγχασμός, το ηχηρό γέλιο.

Greek Monotonic

κᾰχασμός: ὁ, = καγχασμὸς (βλ. αυτ.), σε Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

κᾰχασμός: ὁ pl. смех, хохот (Arph. - v. l. κιχλισμός).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

καχασμός -οῦ, ὁ [καχάζω] schaterlach.

Middle Liddell

= καγχασμός (q. v.), Ar.]