Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κλεψιτόκος

Τοῦ ὅλου οὖν τῇ ἐπιθυμίᾳ καὶ διώξει ἔρως ὄνομα → Love is the name for our pursuit of wholeness, for our desire to be complete
Plato, Symposium, 192e10
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: κλεψιτόκος Medium diacritics: κλεψιτόκος Low diacritics: κλεψιτόκος Capitals: ΚΛΕΨΙΤΟΚΟΣ
Transliteration A: klepsitókos Transliteration B: klepsitokos Transliteration C: klepsitokos Beta Code: kleyito/kos

English (LSJ)

ον, concealing offspring, Opp.C.3.11, Nonn.D.28.317.

German (Pape)

[Seite 1449] heimlich gebärend, od. das Geborene entwendend, Rhea, Opp. Cyn. 3, 11.

Greek (Liddell-Scott)

κλεψῐτόκος: -ον, ἐπὶ γυναικός, ἡ τίκτουσα κρυφίως, Ὀππ. Κυν. 3. 11.

Greek Monolingual

κλεψιτόκος, -ον (Α)
(για γυναίκα και κυρίως ως επίθ. της Ρέας) αυτή που γεννά κρυφά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κλεψι- (< κλέπτω) + -τόκος (< τόκος < τίκτω), πρβλ. αρρενοτόκος, ονειροτόκος. Σύνθ. του τύπου τερψί-μβροτος].