Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τίκτω

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: τίκτω Medium diacritics: τίκτω Low diacritics: τίκτω Capitals: ΤΙΚΤΩ
Transliteration A: tíktō Transliteration B: tiktō Transliteration C: tikto Beta Code: ti/ktw

English (LSJ)

Od.4.86, etc.: fut.

   A τέξω 11.249, h.Merc.493, Orac. ap. Hdt.5.92.β, A.Pr.851,869, E.Tr.747, Ar.Eq.1037 (Orac.), Th.509; also τέξομαι Il.19.99, Hes.Th.469,898, h.Ap.101, A.Pr.768, Hdt.7.49, Ar.Lys.744, etc.; poet. inf. also τεκεῖσθαι h.Ven.127; pl. τεξείεσθε Arat.124: aor. ἔτεκον, Ep. τέκον, Il.1.352, 5.875, etc.: aor. 1 ἔτεξα only late, Orph.H.41.8 codd. (for ἐντήξῃ is prob. l. in Ar.Lys.553): pf. τέτοκα Hes.Op.591, Hp.Aph.5.39, Ar.Pax757, Pl.Com.64.5, X.Cyn.5.13, cf. ἐντίκτω:—Med., in same sense as Act., only in Poets, A.Ch.127, Fr.44: fut. (v. supr.): aor. ἐτεκόμην Ar.Av.1193 (lyr.), Ep. τεκόμην Il.4.59, al.; subj. τέκηαι A.R.1.905:—Pass., pres. indic. τίκτεται A.Th.437; inf. τίκτεσθαι Sor.2.53; part. τικτόμενος ib.54: fut. τεχθήσομαι J.AJ2.9.2, Gp.17.6.1, etc.: aor. ἐτέχθην Hp.Superf.18, Ps.-E.Fr.1132.44, LXX Nu.26.60 (v.l.),al., Gp.17.6.2, etc.: pf. τέτεγμαι, inf. τετέχθαι, Ael.NA2.12, Paus.3.7.7, etc.--These pass. tenses seem not to have been used in correct Att.:—bring into the world, engender; of the father, beget, of the mother, bring forth.    I impf. Act. τίκτε, ἔτικτε, in Hom. usu. of the father, Il.2.628, 6.155,206, 11.224, cf. Hes.Fr. 44 (of the mother, Il.16.180, 22.428, 24.497, Od.23.325); in Hes. (Frr.17,142), Lyr., and Trag. the pres. and impf. are also used of the mother, ἃ Θήβαν ἔτικτεν Pi.O.6.85, cf. B.18.50; μᾶτερ, ἅ μ' ἔτικτες A.Eu.321 (lyr.), cf. Ag.763 (lyr., of Υβρις), S.El.533; δεινὸν τὸ τίκτειν ib.770, cf. Pl.Tht.151a, etc.; τ. καὶ γεννᾷ Id.Smp.206d; of both parents. Στάσις δὲ καὶ Κρόνος . . τίκτετον τύραννον Cratin.240.    2 aor. Act. τέκε, ἔτεκε, mostly of the mother, Il.1.36,352, 2.513, etc. (also fut. Med. τέξεσθαι 19.99); τεκεῖν τινά τινι 2.658, 6.22, etc.; ὑπό τινι 2.714,728, etc.; τ. ἔκ τινος Plu.Thes.20; παρά τινος Luc. Alex.42; παρά τινι E.El.62: but τέκεν of the father, Il.13.450, Od.3.489, al., Hes. Th.208, Fr.99.2: metaph., τῷ τεκόντι ἀρετήν Pl. Smp.212a.    3 the aor. Med. τέκετο is commonly used of the father, as Il.2.741, 6.154, al., Hes.Fr.19: but τέκετο of the mother, Il.2.742, 15.187, 22.48, Hes.Fr.46; so τῶν τεκομένων of the mother, A.Ch.419 (lyr.).    4 the two are conjoined, ὃν τέκετο θάνατος, ἔτεκε δ' αἰόλος δράκων S.Tr.834 (codd., lyr.).    5 aor. Act. is used in pl. of both parents, Od.7.55, 8.554 (οὓς Ἑκάβη ἠδὲ Πρίαμος τέκε παῖδας Il. 22.234); aor. Med. τεκόμεσθα, Od.23.61,24.293.    b οἱ τεκόντες the parents, A.Th.49, S.OT999, etc.; the Art. is rarely omitted, πατέρων τε καὶ τεκόντων A.Ch.329 (lyr.): c. gen., κιόντων τοῖς τεκοῦσι Id.Pers. 245 (troch.): ὁ τεκών the father, Id.Ch.690, S.OC1108; ἁ τεκοῦσα the mother, A.Th.926 (lyr.), cf. Ch.133, etc. (rarely ἡ τίκτουσα, S. OT1247, El.342); in Prose, Lys.10.8; ἡ τ. αὐτόν his mother, Hdt. 1.116; ὅ τ' ἐκεῖνον τεκών E.El.335.    6 freq. in Medic. and other Prose, of women, τίκτουσι ῥηϊδίως Hp.Aër.5, cf. Sor.2.54, al., Gal. 16.670; κόρον ἔτεκε IG42(1).121.5, cf. 21 (Epid., iv B.C.).    II of female animals, bear young, breed, of mares, Il.16.150, 20.225; of cows, Hes.Op.591; of sheep, Od.4.86, etc.; τὰς τετοκυίας τοκάδας PCair.Zen.292.305, cf. 710.4 (iii B.C.); ἐὰν τέκῃ ἵππος ib.635.2 (iii B.C.); of the hare, τὰ μὲν τέτοκε, τὰ δὲ τίκτει, τὰ δὲ κύει X.Cyn.5.13; of birds, hatch, Il.2.313; ᾠὰ τ. lay eggs, Hdt.2.68, Ar.Fr.185, Arist.GA718b23, etc.; of fish, spawn, Id.HA568a16, Gal.6.718, etc.    III of the earth, bear, produce, ἔμπεδα μῆλα (sheep) Od. 19.113; ἡ γῆ . . τίκτουσα ποίαν E.Cyc.333:—Med., γαῖαν... ἣ τὰ πάντα τίκτεται A.Ch.127, cf. Fr.44.4:—Pass., τίκτεσθαι δὲ φόρους γᾶς . . εὐχόμεθ' ἀεί Id.Supp.674 (lyr.).    IV metaph., generate, engender, produce, λέγω τὴν χώρην λιμὸν τέξεσθαι Hdt.7.49; ἐπειχθῆναι πρῆγμα τίκτει σφάλματα ib.10.ζ; of impiety, τὸ γὰρ δυσσεβὲς ἔργον μετὰ μὲν πλείονα τίκτει A.Ag.759 (lyr.), cf. 763 (lyr., cf. supr. 1.1), Ch.805 (lyr.); ἡ ἐπιθυμία τ. ἁμαρτίαν Ep.Jac.1.15; μὴ θράσος τέκῃ φόβον A.Supp.498; of Night as the mother of Day, τῆς . . τεκούσης φῶς τόδ' εὐφρόνης Id.Ag.279; ὃν αἰόλα νὺξ . . τίκτει... Ἅλιον αἰτῶ S.Tr.95 (lyr.): generally, τ. [νόμους] Id.OT870 (lyr.); χάρις χάριν γάρ ἐστιν ἡ τίκτουσ' ἀεί Id.Aj.522; τ. ἀοιδάς E.HF767 (lyr.); ὕδωρ δὲ πίνων οὐδὲν ἂν τέκοι σοφόν Cratin.199; τ. ῥήματα Ar.Ra.1059 (anap.); also in Prose, νουσήματα Hp.Hum.12; ἃ ἀεὶ τίκτει πόλεμον καὶ ἔχθραν Pl.R.547a; πολλοὺς καὶ καλοὺς λόγους Id.Smp.210d; [δὰς] πῦρ τέξεται X.Cyr.7.5.23, etc.:—Pass., τῷδε κέρδει (sic codd.) κέρδος ἄλλο τίκτεται A.Th.437. (τίκτω fr. τί-τκ-ω redupl. fr. τεκ (τέκνον, etc.).)

German (Pape)

[Seite 1113] erzeugen, Curtius Grundz. d. Griech. Etym. 2. Aufl. S. 198; fut. τέξω, Od. 11, 249 H. h. Merc. 493, gew. τέξομαι, Iliad. 19, 99 H. h. Apoll. 101 Hes. Th. 469. 898; poet. τεκοῦμαι, τεκεῖσθαι, H. h. Ven. 127, welche Form Buttm. ausf. gr. Gr. 1p. 406 bezweifelt, so wie τεξείεσθε bei Arat. Phaen. 124; aor. ἔτεκον, perf. τέτοκα, τετοκυῖα, Hes. O. 593; unattisch ist τέτεγμαι, ἐτέχθην, die sich bei Hippocr., Anacr. 36, 8. 38, 1, Pausan. u. a. Sp., wie N. T. Matth. 2, 2 finden; τέτογμαι nur bei Synes.; ἔτεξα ist selten, s. Lob. Phryn. p. 743; die Dichter brauchen das med. τίκτομαι gleichbedeutend mit dem act., Aesch. bei Ath. XIII, 600 b; τέξασθαι, Hes. Th. 889, zw.; häufiger aor. II. ἐτεκόμην, τεκέσθαι, Hem. – Gew. von der Mutter, gebären, τέκνα, παῖδα, υἱόν, oft Hom., τινί, einem Vater ein Kind gebären, auch ὑπό τινι, Il. 2, 714. 728. 742. 5, 313. 7, 469. 14, 492; ἔκ τινος, Isae. 3, 15; παρά τινος, Luc. Alex. 42; παρά τινι, Eur. El. 62; Plut. Pericl. 24; παῖδα τέξεται Pind. P. 9, 59; ἡ τεκοῦσα, die Mutter, Aesch. Spt. 909 Eum. 441; oft Soph. u. A., auch praes., ἡ τίκτουσα, Soph. El. 334 O. R. 1247; ὥςπερ ἡ τίκτουσ' ἐγώ El. 523; in Prosa, μακάριόν σε ἡ μήτηρ ἔτικτεν, Plat. Charmid. 158 b; – vom Vater, erzeugen, oft bei Hem., Iliad. 6, 206 Ἱππόλοχος δ' ἔμ' ἔτικτε, Odyss. 14, 174 ὃν τέκ' Ὀδυσσεύς, Odyss. 4, 387 τὸν δέ τ' ἐμόν φασιν πατέρ' ἔμμεναι ἠδὲ τεκέσθαι, das medium Homerisch statt des activ.; Iliad. 13, 450 sqq. Ζηνός, ὃς πρῶτον Μίνωα τέκε Κρήτῃ ἐπίουρον· Μίνως δ' αὖ τέκεθ' υἱὸν ἀμύμονα Δευκαλίωνα, Δευκαλίων δ' ἐμὲ τίκτε. Vgl. Lehrs Aristarch. ed. 2 n. 155. Hes. im act. Th. 208. 281, im med. frg. 32, 1; Eur. I. A. 938; τίκτει ὁ θρώσκων Aesch. Eum. 630; ὁ τεκών, der Vater, Ch. 679; vgl. Seph. C. C. 1110 u. Eur. El. 335. – Von beiden Eltern zusammen, Il. 22, 234. 481. 486. 24, 727 Cd. 7, 55. 23, 61; Hes. Th. 45; οἱ τεκόντες, die Eltern, Eur. Ion 51; Aesch. Spt. 49; Soph. O. R. 999 u. einzeln auch in Prosa. – Auch von Thieren, Junge bringen, werfen, von einer Stute, Il. 16, 150. 22, 225, μῆλα OI. 4, 86. 19, 113; von einer Kuh Hes. O. 593; vom Hafen, τὰ μὲν τέτοκε, τὰ δὲ τίκτει, τὰ δὲ κύει, Xen. Cyn. 5, 13; von Vögeln, Il. 2, 313; ὠὰ τίκτειν, Eier legen, Her. 2, 68 u. Sp. – Von Früchten, καρπόν Ar. Nubb. 1103; ἡ γῆ τίκτουσα ποίαν Eur. Cycl. 332; γαἴαν αὐτήν, ἣ τὰ πάντα τίκτεται Aesch. Ch. 127. – Uebh. hervorbringen, verursachen, λέγω τὴν χώρην λιμὸν τέξεσθαι Her. 7, 49; τὸ δυσσεβὲς ἔργον μετὰ μὲν πλείονα τίκτει Aesch. Ag. 760, vgl. vs. 763 und Ch. 794; φύλαξον μὴ θράσος τέκῃ φόβον Suppl. 493; καὶ τῷδε κέρδει κέρδος ἄλλο τίκτεται Spt. 419; χάρις χάριν γάρ ἐστιν ἡ τίκτουσ' ἀεί Soph. Ai. 518; αὐδῶ μὴ τίκτειν σ' ἄταν ἄταις El. 228; ῥήματα Ar. Ran. 1057; μέλη Eur. Suppl. 192; ἐξ ὑγροῦ πῦρ τέτοκας Mel. 51 (V, 176); in Prosa, ἃ γενόμενα ἀεὶ τίκτει πόλεμον καὶ ἔχθραν Plat. Rep. VIII, 547 a; ἵνα πολλοὺς καὶ καλοὺς λόγους τίκτῃ Conv. 210 d; πῦρ τέξεται, sie wird eine Feuersbrunst erregen, Xen. Cyr. 7, 5, 23; Sp., wie Plut.

Greek (Liddell-Scott)

τίκτω: μέλλ. τέξω Ὀδ. Λ. 249, Ὕμν. Ὁμ. εἰς Ἑρμ. 493, Χρησμ. παρ’ Ἡροδ. 5. 92, 2, Αἰσχύλ. Πρ. 851, 869, Εὐρ. Τρῳ. 742, Ἀριστοφ. Ἱππ. 1037, Θεσμ. 509· ὡσαύτως τέξομαι Ἰλ. Π. 99, Ἡσ. Θ. 469, 898, Ὕμν. Ὁμ. εἰς Ἀπολλ. 101, Ἡρόδ. 7. 49, Αἰσχύλ., κλπ.· ποιητ. ἀπαρέμφ. τεκεῖσθαι Ὕμν. Ὁμ. εἰς Ἀφρ. 127· πληθ. τεξείεσθε Ἄρατ. 124· - ἀόρ. ἔτεκον, Ἐπικ. τέκον, Ὅμ., κλπ.· ἀόρ. α΄ ἔτεξα μόνον μεταγεν., Ὀρφ. Ὕμν. 40. 8, (διότι ἡ πιθαν. γραφὴ εἶναι ἐνστάξῃ ἐν Ἀριστοφ. Λυσ. 553)· - πρκμ. τέτοκα Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 589, Ἱππ. 613. 16, Ἀριστοφ. Εἰρ. 757, Πλάτ. Κωμικ. ἐν «Λαΐῳ» 1.4, Ξεν., πρβλ. ἐντίκτω. - Μέσ., ἐπὶ τῆς αὐτῆς σημασίας ὡς ἐνεργ. μόνον παρὰ ποιηταῖς, Αἰσχύλ. Χο. 127, Ἀποσπ. 38· μέλλ., ἴδε ἀνωτ.· ἀόρ. ἐτεκόμην, Ἐπικ. τεκόμην, Ὅμηρ., καὶ παρὰ μεταγεν. ποιηταῖς· ἀόρ. τέξασθαι ἀμφίβολ. ἐν Ἡσ. Θεογ. 889. - Παθ., μέλλ. τεχθήσομαι Ἰωσήπ. Ἰουδ. Ἀρχ. 2. 9, 2, Γεωπ., κλπ.· ἀόρ. ἐτέχθην Ψευδοευριπ. Ἀποσπ. 1117. 44, Ἱππ. 262. 22, καὶ παρὰ μεταγεν. πεζογράφοις· πρκμ. τέτεγμαι, ἀπαρ. τετέχθαι, Αἰλ. περὶ Ζ. 2. 12, Παυσ. 3. 7, 7, κλπ.· ὡσαύτως τέτογμαι Συνεσ. Ἐπιστ. 141 (ἐκτὸς ἂν δεχθῶμεν τετογμένας παρ’ Ἀλκαίῳ 82). Οἱ παθητ. οὗτοι τύποι φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι ἐν χρήσει παρὰ τοῖς δοκίμοις Ἀττ. (Ὁ Κούρτ. παραδέχεται τὴν ὕπαρξιν δύο συστοίχων ῥιζῶν καὶ ὁμάδων λέξεων: Ι. √ ΤΕΚ, τέκος, τέκνον, τίκτω, τοκεύς, τόκος, τεκμαίρομαι, τέχνη, τέκτων, τέκμαρ, καὶ (ἐν σχέσει πρὸς τὴν τελευταίαν λέξιν) τόξον, τόσσαις· 2) √ ΤΥΚ ἢ ΤΥΧ, τύκος, τυγχάνω, ἔτυχον, τύχη, τεύχω· κοινὴν δὲ ἔννοιαν μεταξὺ τῶν δύο τούτων ὁμάδων νομίζει τὴν τοῦ γεννᾶν, παράγειν, σχηματίζειν, κατορθοῦν, ἐπιτυγχάνειν· πρβλ. Βεδικ. Σανσκρ. tak-man (τέκνον), tak-sh (fabricari), tak-shâ (τέκτων), tôk-as (τόκος)· Ζενδ. tash (τεκταίνομαι)· tash-a (ἀξίνη, πέλεκυς)· Λατιν. tignum, telum, tela, texo· πρβλ. μάλιστα τὰ Γερμαν. zeug, zeugen (γεννῶ)· ὁ Κούρτ. μνημονεύει πολλὰς Σλαυϊκὰς καὶ Λιθουανικὰς λέξεις ὡς ἀνηκούσας εἰς τὴν τάξιν ταύτην). Φέρω εἰς τὸν κόσμον παράγω, ἐπὶ τοῦ πατρός, καὶ ἐπὶ τῆς μητρός, γεννῶ. Περὶ τῆς παρ’ Ὁμήρῳ χρήσεως δυνάμεθα νὰ παρατηρήσωμεν ὅτι, 1) ὁ παρατατ. τοῦ ἐνεργ. τίκτε, ἔτικτε κεῖται ἀεὶ ἐπὶ τοῦ πατρός, Ἰλ. Β. 628, Ζ. 155, 206, Λ. 224, κλπ.· - ἀλλὰ παρὰ τοῖς Ἀττ. ὁ ἐνεστ. καὶ παρατ. εἶναι ἐν χρήσει καὶ περὶ τῆς μητρός, μᾶτερ, ἅ μ’ ἔτικτες Αἰσχύλ. Εὐμ. 321, πρβλ. Ἀγ. 764, Σοφ. Ἠλ. 533· δεινὸν τὸ τίκτειν αὐτόθι 770· οὕτως ἐν Πλάτ. Θεαιτ. 151Α, κλπ.· ἀντίκειται τῷ γεννάω, ὁ αὐτ. ἐν Συμπ. 206D· ἐπὶ ἀμφοτέρων τῶν γονέων, Στάσις δὲ καὶ πρεσβυγενὴς Κρόνος ἀλλήλοισι μιγέντε μέγιστον τίκτετον τύραννον Κρατῖνος ἐν «Χείρωνι» 3. 2) ὁ ἐνεργ. ἀόρ. τέκε, ἔτεκε, κατὰ τὸ πλεῖστον ἐπὶ τῆς μητρός, Ἰλ. Α. 36, 352, Β. 513, Ζ. 22, κλπ.· οὕτω καὶ μέσ. μέλλ. τέξεσθαι, Π. 19, Τ. 99· τεκεῖν παῖδά τινι Β. 658, κτλ.· ὑπό τινι αὐτόθι 714, 728, κτλ.· - οὕτω, τ. ἔκ τινος Πλουτ. Θησ. 20· παρά τινος Λουκ. Ἀλέξ. 42· παρά τινι Εὐρ. Ἠλ. 62· - ἀλλὰ τέκε ἐπὶ τοῦ πατρός, Ἡσ. Θ. 208, Ἀποσπ. 10, 2, πρβλ. Πλάτ. Συμπ. 212Α. 3) ὁ μέσ. ἀόρ. τέκετο εἶναι κοινῶς ἐν χρήσει ἐπὶ τοῦ πατρός, οἷον Ἰλ. Ζ. 154, κ. ἀλλ.· - ἀλλά, τέκετο ἐπὶ τῆς μητρός, Β. 742, Ο. 187, Χ. 48· οὕτω, τῶν τεκομένων, ἐπὶ τῆς Κλυταιμνήστρας, τάπερ πάθομεν ἄχεα πρός γε τῶν τεκομένων Αἰσχύλ. Χο. 419. 4) οἱ δύο τύποι ὁμοῦ, ὃν τέκετο θάνατος, ἔτεκε δ’ αἰόλος δράκων Σοφ. Τρ. 834. 5) τὸ γ΄ πληθ. τοῦ ἐνεργ. ἀορ. τέκον, ἔτεκον, κεῖται ἐπὶ ἀμφοτέρων τῶν γονέων, Ἰλ. Χ. 234, Ὀδ. Η. 55, Θ. 554· οὕτω δὲ καὶ ὁ μέσ. ἀόρ. τεκόμεθα, Ψ. 61., Ω. 292· - ὅθεν β) οἱ τεκόντες, οἱ γονεῖς, Αἰσχύλ. Πέρσ. 245, Θήβ. 49, Σοφ. Ο. Τ. 999, κτλ.· τὸ ἄρθρον σπανίως παραλείπεται πατέρων τε καὶ τεκόντων Αἰσχύλ. Χο. 329 (λυρ.)· - μετὰ γεν., ἀκριβῶς ὡς τὸ δεινά τοι λέγεις ἰόντων τοῖς τεκοῦσι φροντίσαι ὁ αὐτ. ἐν Πέρσ. 245· - καὶ οὕτως, ἰδίᾳ, ὁ τεκών, ὁ πατήρ, ὁ αὐτ. ἐν Χο. 690, Σοφ. Ο. Κ. 1108· ἡ τεκοῦσα, ἡ μήτηρ, Αἰσχύλ. Θήβ. 928, Χο. 133, κτλ., καὶ ἐν τῷ πεζῷ λόγῳ, Λυσί. 116. 38· (σπανίως ἡ τίκτουσα, Σοφ. Ο. Τ. 1247, Ἠλ. 342)· ἡ τ. αὐτόν, ἡ μήτηρ αὐτοῦ, Ἡρόδ. 1. 116· καὶ ὡς οὐσιαστ., μετὰ γεν., ὁ κείνου τεκὼν Εὐρ. Ἠλ. 335· - ἐν τοιαύταις περιπτώσεσι ὁ τονισμὸς δὲν μεταβάλλεται, Λοβ. εἰς Φρύν. 322. ΙΙ. ἐπὶ θηλέων ζῴων, γεννῶ· ἐπὶ φορβάδων, Ἰλ. Π. 150., Υ. 225· ἐπὶ ἀγελάδων, Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 589· ἐπὶ προβάτων, Ὀδ. Δ. 86, κτλ.· ἐπὶ τοῦ λαγοῦ, τὰ μὲν τέτοκε, τὰ δὲ τίκτει, τὰ δὲ κύει Ξεν. Κυν. 5. 13· ἐπὶ πτηνῶν, ἀτὰρ μήτηρ ἐνάτη ἦν, ἣ τέκε τέκνα, δηλ. τοὺς νεοσσούς, Ἰλ. Β. 313· ᾠὰ τίκτειν Ἡρόδ. 2. 68, Ἀριστοφάν. Ἀποσπ. 237, Ἀριστ. π. Ζ. Γεν. 1. 8, 6, κλπ.· ἐπὶ ἰχθύος, ὁ αὐτ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 6. 14, 2, κλπ. ΙΙΙ. ἐπὶ καρπῶν, φέρω, παράγω, [[[γαῖα]]] τίκτει ἔμπεδα μῆλα Ὀδ. Τ. 113· ἡ γῆ τίκτουσα ποίαν Εὐριπ. Κύκλ. 333· - οὕτως ἐν τῷ μέσῳ τύπῳ, γαῖαν..., ἣ τὰ πάντα τίκτεται Αἰσχύλ. Χο. 127, πρβλ. Ἀποσπάσμ. 41. - Παθ., τίκτεσθαι δὲ φόρους γᾶς... εὐχόμεθ’ ἀεὶ ὁ αὐτ. ἐν Ἱκ. 674. VI. μεταφορ., παράγω, προξενῶ, φέρω, λέγω τὴν χώρην λιμὸν τέξεσθαι Ἡρόδ. 7. 49· [τὸ] ἐπειχθῆναι τίκτε σφάλματα ὁ αὐτ. 7. 10, 6· ἐπὶ ἀσεβείας, τὸ γὰρ δυσσεβὲς ἔργον μετὰ μὲν πλείονα τίκτει Αἰσχύλ. Ἀγ. 760, πρβλ. 764, Χο. 805· μὴ θράσος τέκῃ φόβον ὁ αὐτ. ἐν Ἱκέτ. 498· ἐπὶ τῆς Νυκτὸς ὡς μητρὸς τῆς Ἡμέρας, τῆς... τεκούσης φῶς τόδ’ εὐφρόνης ὁ αὐτ. ἐν Ἀγ. 279· ὃν αἰόλα νύξ... τίκτει..., Ἅλιον αὐτῷ Σοφ. Τρ. 95· καθόλου, τ. νόμους ὁ αὐτ. ἐν Οἰδ. Τυρ. 870· χάρις χάριν γάρ ἐστιν ἡ τίκτουσ’ ἀεὶ ὁ αὐτ. ἐν Αἴ. 522· τ. ἀοιδὰς Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 767· ὕδωρ δὲ πίνων οὐ δὲν ἂν τέκοι σοφὸν Κρατῖν. ἐν «Πυτίνῃ» 6· τ. ῥήματα Ἀριστοφάν. Βάτραχ. 1059· ὡσαύτως ἐν τῷ πεζῷ λόγῳ, νουσήματα Ἱππ. 50. 6· ἃ ἀεὶ τίκτει πόλεμον καὶ ἔχθραν Πλάτ. Πολ. 547A· πολλοὺς καὶ καλοὺς λόγους ὁ αὐτ. ἐν Συμπ. 210D· πῦρ τέξεται Ξενοφ. Κύρ. 7. 5, 23, κλπ. - Παθ., τῷδε κέρδει κέρδος ἄλλο τίκτεται Αἰσχύλ. Θήβ. 437, πρβλ. Ἀποσπ. 306b. - Ἴδε Κόντου Γλωσσ. Παρατηρ. σ. 530.

French (Bailly abrégé)

f. τέξω, plus souv. τέξομαι, ao.2 ἔτεκον, pf. τέτοκα;
Pass. f. τεχθήσομαι, ao. ἐτέχθην, pf. τέτεγμαι;
mettre au monde, particul. :
I. en parl. de pers.
1 en parl. de la mère enfanter : παῖδα IL un enfant ; τινι devenir mère pour qqn, donner un enfant à qqn ; ὑπό τινι, παρά τινος, ἐκ τινος avoir un enfant de qqn ; ἡ τεκοῦσα, rar. ἡ τίκτουσα la mère;
2 en parl. du père engendrer : ὁ τεκών le père;
3 en parl. du père et de la mère οἱ τεκόντες les parents;
II. en parl. d’animaux mettre bas, pondre;
III. en parl. de choses enfanter, créer, produire ; fig. νόμους SOPH enfanter des lois ; τ. ἄταν ἄταις SOPH enfanter des malheurs, litt. rendre des malheurs pères de malheurs nouveaux.
Étymologie: R. Τεκ, enfanter, > avec redoubl. τιτέκω, *τίτκω > par métath. τίκτω ; cf. τέκνον, τέκος, τοκεύς….

English (Autenrieth)

(root τεκ, cf. τέκτων, τέχνη), fut. τέξεις, aor. 2 ἔτεκον, τέκεν, mid. fut. inf. τέξεσθαι, aor. 2 τεκόμην: give birth to, bear, bring forth, also of the father, beget; the mid., too, is said of either parent, Il. 2.741, , Od. 24.293.

English (Slater)

τίκτω (impf. τίκτ(ε), (ἔ)τικτε(ν): aor. ἔτεκον, τέκες, τέκ(ε), (ἔ)τεκε(ν); τέκοι; τεκοῖς(α); τεκεῖν, τεκέμεν: med. fut. pro act., τέξει, -εται: aor. τέκετο; τέκωνται.)
   a act., of mother, give birth to (παρθένος)· ἔτεκε λαγέτας υἱούς (Boehmer: ἃ τέκε codd.) (O. 1.89) (Πιτάναν)· ἃ λέγεται Εὐάδναν τεκέμεν (O. 6.30) ἃ δὲ τίκτε θεόφρονα κοῦρον (O. 6.41) παῖδα, τὸν Εὐάδνα τέκοι (O. 6.49) Μετώπα, πλάξιππον ἃ Θήβαν ἔτικτεν (O. 6.85) τέκεν γόνον ὑπερφίαλον μόνα (P. 2.42) παῖς, ὅνπερ μόνον ἀθανάτα τίκτεν Θέτις (P. 3.101) “υἱὸς, τόν ποτ' Εὐρώπα τίκτε” (P. 4.46) ὅν ποτε Κρέοισ' ἔτικτεν (P. 9.16) “τόθι παῖδα τέξεται” (P. 9.59) τέκε οἱ καὶ Ζηνὶ μιγεῖσα δαίφρων ἐν μόναις ὠδῖσιν Ἀλκμήνα διδύμων κρατησίμαχον σθένος υἱῶν (P. 9.84) ὃν Ψαμάθεια τίκτ' ἐπὶ ῥηγμῖνι πόντου (N. 5.13) τὸν ἀδείμαντον Ἀλκμήνα τέκεν παῖδα (I. 1.12) τοὺς Μεγάρα τέκε οἱ Κρεοντὶς υἱούς (Morel.: οἱ τέκε codd.) (I. 4.64) δῖον ἔνθα τέκες Αἰακὸν (I. 8.21) πεπρωμένον ἦν φέρτερον πατέρος ἄνακτα γόνον τεκεῖν ποντίαν θεόν (I. 8.33) ἁ δὲ τὰς χρυσάμπυκας ἀγλαοκάρπους τίκτεν ἀλαθέας ὥρας fr. 30. 6. ἔνθα τεκοῖσ' εὐδαίμον ἐπόψατο γένναν fr. 33d. 10. “ἔδοξ[ε γὰρ] τεκεῖν πυρφόρον ἐρι[ (sc. Ἑκάβα: cf. Apollod., 3. 148, ἔδοξεν Ἑκάβη καθ' ὕπνους δαλὸν τεκεῖν διάπυρον, τοῦτον δὲ πᾶσαν ἐπινέμεσθαι τὴν πόλιν καὶ καίειν) Πα. 8A. 20. Τήνερον ἔτεκ[ε ]κόρα μιγεῖσ' ὠκεανοῦ (Pae. 9.42) υἱὸν ἔτι τέξ[ε]ι (Pae. 10.21) καὶ τέκ εὔδοξο[ν Δ. 2. 30.
   b of father, beget Ῥόδῳ ποτὲ μιχθεὶς τέκεν ἑπτὰ παῖδας (O. 7.71) παῖδας ὧν εἷς μὲν Κάμιρον πρεσβύτατόν τε Ἰάλυσον ἔτεκεν Λίνδον τ (O. 7.74) “τίς νιν ἀνθρώπων τέκεν;” (P. 9.33) and so med., of unnatural birth, ὃς καὶ τυπεὶς ἁγνῷ πελέκει τέκετο ξανθὰν Ἀθάναν fr. 34.
   c act. & med., met., produce αὐδάσομαι ἐνόρκιον λόγον τεκεῖν μή τιν' πόλιν ἄνδρα μᾶλλον εὐεργέταν (O. 2.93) “γένος, οἵ κεν τέκωνται φῶτα” (P. 4.52) νεόπολίς εἰμι· ματρὸς δὲ ματέρ' ἐμᾶς ἔτεκον ἔμπαν πολεμίῳ πυρὶ πλαγεῖσαν (alia alii coni., velut ἔπιδον G-H: sed haec ad Teum potius quam ad Athenas spectare vidit S. Radt: “sie hätten… das zerstörte Teos wieder neu gegründet”) (Pae. 2.29)

Spanish

nacer

English (Strong)

a strengthened form of a primary teko tek'-o (which is used only as alternate in certain tenses); to produce (from seed, as a mother, a plant, the earth, etc.), literally or figuratively: bear, be born, bring forth, be delivered, be in travail.

English (Thayer)

future τέξομαι; 2nd aorist ἔτεκον; 1st aorist passive ἐτέχθην; from Homer down; the Sept. for יָלַד; to bring forth, bear, produce (fruit from the seed); properly, of women giving birth: absolutely, Buttmann, 267 (230)); υἱόν, βοτάνην, Euripides, Cycl. 333; Γαιαν, ἡ τά πάντα τίκτεται, Aeschylus Cho. 127; γῆς τῆς πάντα τικτούσης, Philo opif. m. § 45, who draws out at length the comparison of the earth to a mother). metaphorically, to bear, bring forth: ἁμαρτίαν, in the simile whereἐπιθυμία is likened to a female, ἀρετήν, Plato, conv., p. 212a.).

Greek Monolingual

ΝΜΑ
(λόγιος τ.)
1. (για γυναίκες και θηλυκά ζώα) γεννώ (α. «ἡ Παρθένος σήμερον τὸν ὑπερούσιον τίκτει», Απολυτίκιο Χριστουγέννων
β. «ὅν τίκτε Διὶ φίλος ἱππότα Φυλεύς», Ομ. Ιλ.
γ. «Στάσις καὶ Κρόνος... τίκτετον τύραννον», Κρατίν.)
2. (για πτηνά) ωοτοκώ
3. μτφ. επιφέρω ως επακόλουθο, φέρνω (α. «ίδωμεν τί τέξεται η επιούσα» — να δούμε τι θα μάς φέρει η αυριανή μέρα
β. «ἡ ἐπιθυμία τίκτει ἁμαρτίαν», ΚΔ
γ. «τὸ γὰρ δυσσεβὲς ἔργον μετὰ μὲν πλείονα τίκτει», Αισχύλ.)
αρχ.
1. (για άνδρα ή και για τους δύο γονείς) φέρνω στον κόσμο, κάνω απογόνους, κάνω παιδιά
2. (για πτηνά) εκκολάπτω
3. (για τη γη και σχετικά με καρπούς) εκβλαστάνω («ἡ γῆ... τίκτουσα ποίαν;» Ομ. Οδ.)
4. (για ψάρια) αποθέτω αβγά
5. (γενικά) παράγω («[δᾲς] πῡρ τέξεται», Ξεν.)
6. (το αρσ. πληθ. μτχ. αορ. β' ως ουσ.) oἱ τεκόντες
οι γονείς
7. (το αρσ. εν. μτχ. αορ. β' ως ουσ.) ὁ τεκών
ο πατέρας
8. (το θηλ. μτχ. ενεργ. ενεστ. ως ουσ.) ἡ τίκτουσα
η μητέρα
9. φρ. «τίκτω ᾠα» — αναπαράγομαι με αβγά, γεννώ αβγά.
[ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Το ρ. τί-κτ-ω (< τί-τκ-ω) έχει σχηματιστεί με ενεστ. διπλασιασμό τι- από τη μηδενισμένη βαθμίδα (πρβλ. πί-πτ-ω) του θ. τεκ- (πρβλ. τέκ-νον, τέκ-ος) με αντιμετάθεση τών συμφώνων του θέματος. Καμιά ρηματ. μορφή τών υπόλοιπων ινδοευρωπαϊκών γλωσσών δεν μπορεί να συνδεθεί με τους ελλ. ρηματ. τ. (βλ. και λ. τέκνο). Στην ετεροιωμένη βαθμίδα του θ. τοκ ανάγονται οι λ.: τόκος, τοκάς, τοκ-ετός].

Greek Monotonic

τίκτω: (√ΤΕΚ), μέλ. τέξω και τέξομαι, επίσης ποιητ. απαρ. τεκεῖσθαι· αόρ. βʹ ἔτεκον, Επικ. τέκον· παρακ. τέτοκα — Μέσ., αόρ. βʹ ἐτεκόμην, Επικ. τεκόμην· φέρνω στον κόσμο, λέγεται για τον πατέρα, παράγω, λέγεται για τη μητέρα, γεννώ, σε Όμηρ., Αττ.· ομοίως, επίσης στη Μέσ., σε Ομήρ. Ιλ.· οἱ τεκόμενοι, λέγεται για τη μητέρα, σε Αισχύλ.
2. το γʹ πληθ. αορ. βʹ τέκον, ἔτεκον χρησιμοποιείται και για τους δύο γονείς, σε Όμηρ.· απ' όπου, οἱ τεκόντες, οι γονείς, σε Αισχύλ., Σοφ.
3. ξεχωριστά, ὁ τεκών, ο πατέρας, σε Αισχύλ.· ἡ τεκοῦσα, η μητέρα, στον ίδ.· και ως ουσ. με γεν., ὁκείνου τεκών, σε Ευρ.
II. λέγεται για θηλυκά ζώα, γεννάω νεαρά ζώα, σε Όμηρ.· ᾠὰ τίκτω, γεννώ αυγά, σε Ηρόδ.
III. λέγεται για παραγωγή λαχανικών, φέρω, παράγω, (γαῖα) τίκτει ἔμπεδα μῆλα, σε Ομήρ. Οδ.· ομοίως στη Μέσ., γαῖαν ἣ τὰ πάντα τίκτεται, σε Αισχύλ.
IV. μεταφ., παράγω, προξενώ, φέρω, τὸ δυσσεβὲς ἔργον πλείονα τίκτει, στον ίδ.· λέγεται για τη Νύχτα ως μητέρα της Ημέρας, τῆς τεκούσης φῶς τόδ' εὐφρόνης, στον ίδ.· τίκτω ἀοιδάς, σε Ευρ.· πόλεμον, σε Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

τίκτω: (реже med.; fut. τέξω и τέξομαι, aor. 2 ἔτεκον - эп. τέκον, pf. τέτοκα; aor. med. ἐτεκόμην - эп. τεκόμην; aor. pass. ἐτέχθην)
1) (о людях и животных) производить на свет, рождать, (о женщинах и самках) рожать (παῖδά τινι Hom.): τ. ὑπό τινι Hom., παρά τινι Eur., ἔκ τινος Plut. и παρά τινος Luc. рожать от кого-л.; ὁ τεκών Aesch., Soph. родитель, отец; ἡ τεκοῦσα Aesch., Lys., ἡ τίκτουσα Soph. родительница, мать; οἱ τεκόντες Aesch., Soph. родители; ἡ τεκοῦσα αὐτόν Her. породившая его, т. е. его мать; ὁ ἐκείνου τεκών Eur. его отец;
2) (о птицах) выводить, высиживать: τ. τέκνα Hom. выводить птенцов;
3) (о земноводных) класть, откладывать (ᾠά Her.);
4) (о рыбах) метать икру (ἐν ταῖς προλιμνάσι τῶν ποταμῶν Arst.);
5) (о земле) производить, приносить, родить (τὰ πάντα Aesch.; βοτάνην NT);
6) перен. порождать, создавать, вызывать (πόλεμον καὶ ἔχθραν Plat.; ἁμαρτίαν NT): τὰ ἴσα ῥήματα τ. Arph. создавать (придумывать) подходящие слова; ἡ δᾲς πολὺ πῦρ τέξεται Xen. лучина даст большое пламя.

Middle Liddell

[Root !τεκ]
I. to bring into the world; of the father, to beget, of the mother, to bring forth, Hom., attic; so also in Mid., Il.; οἱ τεκόμενοι of the mother, Aesch.
2. the 3rd pl. aor2 τέκον, ἔτεκον is used of both parents, Hom.: hence οἱ τεκόντες the parents, Aesch., Soph.
3. separately, ὁ τεκών the father, Aesch.; ἡ τεκοῦσα the mother, Aesch.; and as Subst., c. gen., ὁ κείνου τεκών Eur.
II. of female animals, to bear young, breed, Hom.; ὠιὰ τ. to lay eggs, Hdt.
III. of vegetable produce, to bear, produce, γαῖα τίκτει ἔμπεδα μῆλα Od.:—so in Mid., γαῖαν ἣ τὰ πάντα τίκτεται Aesch.
IV. metaph. to generate, produce, τὸ δυσσεβὲς ἔργον πλείονα τίκτει Aesch.; of Night as the mother of Day, τῆς τεκούσης φῶς τόδ' εὐφρόνης Aesch.; τ. ἀοιδάς Eur.; πόλεμον Plat.

Frisk Etymology German

τίκτω: {tíktō}
Forms: (< *τιτκω), -ομαι, Aor. τεκεῖν, τεκέσθαι, Fut. τέξω, öfter und ursprünglicher -ομαι (alles seit Hom.), Inf. τεκεῖσθαι (h. Ven. 127, Versende; Zumbach Neuerungen 31), Perf. τέτοκα (seit Hes.), intr. ἐντετοκυῖα (Ar.), Pass. Aor. τεχθῆναι (Hp.,LXXu.a.),Perf. τέτεγμαι (sp.),
Grammar: v.
Meaning: gebären, erzeugen, auch übertr. hervorbringen, verursachen.
Composita : auch m. ἀπο-, ἐκ-, ἐν- u.a.,
Derivative: Viele Ableitungen. 1. τέκος n. Kind, Junges (ep. poet. seit Il.). 2. τόκος m. das Gebären, die Geburt, Nachkommenschaft (seit Il.), Zins (Pi., Sophr., att. usw.) mit mehreren Ablegern: 3. τοκάς f. die Gebärerin, meist von Muttertieren (seit ξ 16). 4. τοκίς f. ib. (hell. Pap.). 5. τοκαδεία f. Geflügelzucht (: *τοκαδεύω, Pap.). 6. τοκαρίδιον· usurula (Gloss.). 7. lat. toculliō Wucherer aus hell. *τοκυλλίων bzw. *τὰ τοκύλλια (Leumann Sprache 1, 207 = Kl. Schr. 173 f.). 8. τοκήεσσα f. Gebärerin, fruchtbar (Hp.; episch?, Leumann Hom. Wörter 309 A. 82). 9. τοκεῖον n. Brutstätte (hell. Pap.). 10. τοκεῖς, ep. -ῆες m. pl. Eltern (seit Il.), sg. -εύς Erzeuger, Vater (Hes., A.; Chantraine REGr. 59-60, 245 f. Bosshardt 28). 11. τοκεῶνες pl. ib. (Herakleit. 74; vgl. Diels z.St. und West ClassRev. 81, 127f., auch Schwyzer 521 u. 839). 12. τοκετός m. = τόκος (Hp., Arist.; vgl. παγετός : πάγος u.a.). 13. τοκίζω, auch m. ἐκ- u.a., auf Zinsen leihen, wuchern (att., hell. u. sp.) mit -ισμός, -ιστής, -ίστρια. 14. τοκάω gebären sollen (Kratin.; Schwyzer 731). — 15. Vom Präsensstamm τικτικόν (φάρμακον) n. Arznei für Gebärerinnen (Ar. Fr. 872). — 16. ἐπίτεξ f. vor der Niederkunft, der Niederkunft nahe (s. bes.); danach καλλίτεξ = καλλίτεκνος (Hp. Epin.) u.a. —17. Als Hinterglied in zahlreichen Univerbierungen, z. B. μονοτόκος ein Junges gebärend neben εὔτοκος mit leichter Geburt, leicht gebärend (Arist. usw.) mit μονο-, εὐτοκέω, -ία u.a.m. —Zu τέκνον s. bes.
Etymology : Als Verb isoliert. Über vermutete Reliktwörter im Germ. und Aind. s. τέκνον.
Page 2,899-900

Chinese

原文音譯:t⋯ktw 提克拖
詞類次數:動詞(19)
原文字根:生產 相當於: (הֹור‎ / הָרָה‎) (יָלַד‎ / לֵדָה‎) (מָלַט‎)
字義溯源:生產*,生出來,生下來,生育兒女,生長,生育,產生,生,產。參讀 (ἀποκυέω)同義字
同源字:1) (ἄτεκνος)沒有孩子的 2) (πρωτοτόκια)長子名分 3) (πρωτότοκος)首生的 4) (τεκνίον)小孩 5) (τεκνογονέω)生養兒女 6) (τεκνογονία)分娩 7) (τέκνον)孩子 8) (τεκνοτροφέω)養育兒女 9) (τίκτω)生產 10) (φιλότεκνος)愛兒女
出現次數:總共(19);太(4);路(5);約(1);加(1);來(2);雅(1);啓(5)
譯字彙編
1) 生產(4) 路2:6; 約16:21; 加4:27; 啓12:4;
2) 生(3) 太1:23; 路1:31; 啓12:13;
3) 生了(2) 路2:7; 路2:11;
4) 她生了(2) 太1:25; 啓12:5;
5) 就生出(1) 雅1:15;
6) 在生產的(1) 啓12:2;
7) 她生產(1) 啓12:4;
8) 生育(1) 來11:11;
9) 生長(1) 來6:7;
10) 產(1) 路1:57;
11) 她將要生(1) 太1:21;
12) 生下來(1) 太2:2