Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κορδόνι

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2

Greek Monolingual

το
1. πλέγμα από κλωστές στριμμένες προς μια κατεύθυνση, σειρήτι, γαϊτάνι
2. σχοινί ή σχοινοτενές δέρμα για το δέσιμο τών παπουτσιών («λύθηκαν τα κορδόνια σου»)
3. (ως επίρρ.) κατά σειρά
4. φρ. α) «η δουλειά πάει κορδόνι» — η δουλειά προχωράει, πάει καλά
β) «γραμμή κορδόνι» ή «σκοινί κορδόνι» — χωρίς σταματημό, συνεχώς, αδιάκοπα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., από ιταλ. cordone < λατ. chorda < αρχ. ελλ. χορδή.