Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κυμοτόμος

Οὐδ' ἄμμε διακρινέει φιλότητος ἄλλο, πάρος θάνατόν γε μεμορμένον ἀμφικαλύψαι -> Nor will anything else divide us from our love before the fate of death enshrouds us
Apollonius of Rhodes, Argonautica 3.1129f.
Full diacritics: κῡμοτόμος Medium diacritics: κυμοτόμος Low diacritics: κυμοτόμος Capitals: ΚΥΜΟΤΟΜΟΣ
Transliteration A: kymotómos Transliteration B: kymotomos Transliteration C: kymotomos Beta Code: kumoto/mos

English (LSJ)

ον,

   A wave-cleaving: ὁ κ. cutwater of a bridge, Suid., cf. BCH26.166 (Syria, vi A.D.; κοιμ-lapis).

German (Pape)

[Seite 1531] die Wellen durchschneidend, nach Suid. der vor die Brücken gestellte Wogenbrecher, Eisbock.

Greek (Liddell-Scott)

κῡμοτόμος: -ον, ὁ τέμνων τὰ κύματα, ὁ κ., ἡ τριγωνικὴ βάσις γεφύρας, Σουΐδ.

Greek Monolingual

κυμοτόμος, -ον (Α)
1. αυτός που σχίζει ή διασχίζει τα κύματα
2. το αρσ. ως ουσ.κυμοτόμος
τριγωνική βάση γέφυρας με οξεία αιχμή σαν έμβολο μεγάλου πλοίου.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κῦμα + -τόμος (< τόμος < τέμνω), πρβλ. κεφαλο-τόμος, λαο-τόμος.