Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κόστος

Pindar, Pythian 8.95f.
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: κόστος Medium diacritics: κόστος Low diacritics: κόστος Capitals: ΚΟΣΤΟΣ
Transliteration A: kóstos Transliteration B: kostos Transliteration C: kostos Beta Code: ko/stos

English (LSJ)

ὁ, root used as A spice, Saussurea Lappa, Thphr.HP9.7.3, Dsc.1.16, D.S.2.49, Peripl.M.Rubr.39, al., OGI214.60 (Didyma, iii B. C.):—also κόστον, τό, Thphr.Od.32 (but κόστα, τά, dub. sens., of wooden parts of a cart, Edict.Diocl.15.19). II = ἑλένιον, Gp.11.27.2.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 1493] ὁ, eine gewürzige, dem Pfeffer ähnliche Wurzel, Theophr., Diosc.

Greek (Liddell-Scott)

κόστος: ὁ, costus, ῥίζα τις ἐν χρήσει ὡς ἄρωμα, ὡς τὸ πέπερι, Θεόφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 9. 7, 3, Διοσκ. 1. 15, Διόδ. 2. 49· ὡσαύτως κόστον, τό, Θεόφρ. π. Ὀσμ. 32. ΙΙ. διάφορόν τι φυτὸν ἐν Γεωπ. 11, 27.

Spanish

costo

Greek Monolingual

(I)
ο (ΑM κόστος, ο, και κόστον, τὸ)
1. αρωματικό φυτό που χρησιμοποιείται για θεραπευτικό σκοπό
μσν.
το φυτό ελένιον
αρχ.
αρωματική ρίζα όμοια με το πιπέρι.
[ΕΤΥΜΟΛ. Δάνεια λ. από την αρχ. ινδ. kustha-. Την ελλ. λ. δανείστηκε με τη σειρά της η λατ. με τη μορφή costum, costus].
(II)
το
1. η αξία ενός εμπορεύματος πριν επιβαρυνθεί με το εμπορικό κέρδος
2. η δαπάνη που απαιτείται για την αποπεράτωση ενός έργου ή η συνολική αξία ενός πράγματος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κοστίζω, με υποχωρητ. σχηματισμό].

Russian (Dvoretsky)

κόστος: ὁ бот. кост (индийское ароматическое растение, корни которого употреблялись как пряность) Diod.

Frisk Etymological English

Grammatical information: m. (-ον n.)
Meaning: name of a plant and its root which was used as spice, Saussurea lappa (Thphr., D. S.).
Derivatives: κοστόϊνος of κ. (pap.; Kalbfleisch RhM 94, 345).
Origin: LW [a loanword which is (probably) not of Pre-Greek origin] Skt.
Etymology: From Skt. kúṣṭha- m. id.; from κόστος (-ον) Lat. costum -us. Mayrhofer KEWA s. v.

Frisk Etymology German

κόστος: {kóstos}
Forms: (-ον n.)
Grammar: m.
Meaning: N. einer Pflanze und ihrer als Gewürz gebrauchten Wurzel, Saussurea lappa (Thphr., D. S. u. a.); davon κοστόϊνος ‘aus κ.’ (Pap.; Kalbfleisch RhM 94, 345).
Etymology : Aus aind. kúṣṭha- m. ib.; aus κόστος (-ον) wieder lat. costum -us. Vgl. Mayrhofer Wb. s. v.
Page 1,930