Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μαντάρα

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

η
1. τόπος γυμνός από δέντρα, κατάλληλος για βοσκή, μαδάρα
2. φρ. α) «τά κάνω μαντάρα»
i) αποτυγχάνω πλήρως σε μια ενέργεια
ii) καταστρέφω τα πάντα, τά κάνω άνω κάτω, προκαλώ αναστάτωση, αναταραχή
β. «έγινα μαντάρα» — ταλαιπωρήθηκα πολύ, κακοποιήθηκα, κακοπάθησα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Για ετυμολ. βλ. μαδάρα (για την τροπή του -δ- σε -ντ- πρβλ. εν-δύω > ντύνω)].