Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γυμνός

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: γυμνός Medium diacritics: γυμνός Low diacritics: γυμνός Capitals: ΓΥΜΝΟΣ
Transliteration A: gymnós Transliteration B: gymnos Transliteration C: gymnos Beta Code: gumno/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A naked, unclad, γ. περ ἐών Od.6.136, etc.; τὰ γ. Thphr.Char.4.4: Comp., Ἴρου γυμνότερος Procop.Gaz.Ep.122; γυμνὸν στάδιον, opp. ὁπλιτοδρόμος, Pi.P.11.49.    2 unarmed, οὐδ' ὑπέμεινε Πάτροκλον, γυμνόν περ ἐόντ' ἐν δηϊοτῆτι Il.16.815, etc.; γυμνὰ τὰ νῶτα παρέχειν Plu.Fab.11; τὰ γυμνά parts not covered by armour, exposed parts, Th.3.23, X.HG4.4.12; esp. right side (the left being covered by the shields), Th.5.10.71.    3 of things bare, γ. τόξον an uncoveredbow,i.e. taken out of the case, Od.11.607; γ.ὀϊστός 21.417; γ. μάχαιραι Theoc.22.146; ξίφος A.R.1.1254; γ. τῇ κεφαλῇ Pl.Phdr.243b.    4 c.gen., stripped of a thing, κολεοῦ γ. φάσγανον Pi. N.1.52, cf. X.Ages.2.14; κᾶπος [δένδρων] γ. Pi.O.3.24; γ. ὀστράκων A.Fr.337; γ. προπομπῶν Id.Pers.1036 (lyr.); (but also γ. τῶν ἀριστείων ἄτερ S.Aj.464): in Prose, γ. ὅπλων Hdt.2.141 (v.l.); ἡ ψυχὴ γ. τοῦ σώματος Pl.Cra.403b, cf. R.577b, Grg.523d: Comp. ἀνδριάντων -ότερος D.Chr.34.3.    5 lightly clad, i.e. in the undergarment only, Hes.Op.391, Ar.Nu.498, Pl.R.474a, Luc.Herm.23; μικροῦ γ. ἐν τῷ χιτωνίσκῳ D.21.216; of horses, without harness, Arr. Cyn.24.3.    6 of facts, naked, bald, γυμνῶν τῶν πραγμάτων θεωρουμένων D.S.1.76; γ. τὸ ἔργον διηγήσασθαι Luc.Tox.42; γυμνοτέροις χρήσασθαι τοῖς ὀνόμασιν Ph.1.5; γ. χρῆσθαι τῇ μιμήσει Demetr.Eloc. 112. Adv. -ῶς baldly, Sch.A.Pers.740.    7 destitute, PSI6.605.4(iii B.C.), etc.    8 bare, mere, κόκκος 1 Ep.Cor.15.37.    9 beardless, A.R.2.707.    10 scalped, Archil.161.    11 γυμνή· ἄνηβος, Hsch.    12 prov. of impossibilities, γυμνῷ φυλακὴν ἐπιτάττεις Pherecr.144, Philem.12. (Akin to Skt. nagnás, Lat. nādus, etc.; cf. λυγνός.)

German (Pape)

[Seite 509] nackt, entblößt, ganz ohne Kleidung, Od. 6, 136; Her. 1, 10 u. sonst. – Bes. a) ohne Waffen u. Rüstung, unbewaffnet, Iliad. 21, 50 τὸν δ' ὡς οὖν ἐνόησε Ἀχιλλεὺς γυμνόν, ἄτερ κόρυθός τε καὶ ἀσπίδος, οὐδ' ἔχεν ἔγχος, ἀλλὰ τὰ μέν ῥ'ἀπὸ πάντα χαμαὶ βάλε κτἑ.; 18, 21 κεῖται Πάτροκλος, νέκυος δὲ δὴ ἀμφιμάχονται γυμνοῦ· ἀτὰρ τά γε τεύχε' ἔχει Ἕκτωρ; Eur. Heracl. 724; Ep. ad. 455 (IX, 61), ohne Schild. – b) ohne Oberkleid, im bloßen χιτών; so Dem. 21, 216 γ. ἐν τῷ χιτωνίσκῳ; vgl. Plat. Legg. XII, 954 a; Xen. An. 1, 10, 3; so schon Hes. O. 389; übh. – c) entblößt, von Sachen, wie τόξον Odyss. 11, 607; ὀιστός, nicht im Köcher, Od. 21, 417; ξίφος Ap. Rh. 1, 1254; γυμναὶ ἐν χερσὶ μάχαιραι Theocr. 22, 146; κολεοῦ γυμνὸν φάσγανον Pind. N. 1, 52; στάδιον γ., wo Nackte laufen, I. 1, 93 P. 11, 49; – unbärtig, Ap. Rh. 2, 707. – Uebh. entblößt von etwas, τινός, γ. ἐσθῆτος D. Sic 1, 8; δένδρων κᾶπος Pind. Ol. 3, 25; προπομπῶν Aesch. Pers. 1037; ὅπλων Her. 2, 141; ἡ ψυχὴ τοῦ σώματος, ohne Leib, Plat. Crat. 403 b; vgl. Rep. IX, 577 b; so Sp.; – τὰ γυμνά braucht Thuc. von der Schlachtreihe, nicht gedeckt, 3, 23. 5, 10; vgl. Xen. Hell. 4, 2, 22 u. öfter; γυμνὰ τὰ νῶτα παρέχειν τινί, Einem den Rücken bloß geben, Plut. Fab. Max. 11; – γυμνὸν τὸ ἔργον διηγησάμην, wie wir »die nackte Wahrheit«, Luc. Tox. 42; vgl.Anach. 19 u. D. Sic. 1, 76.

Greek (Liddell-Scott)

γυμνός: -ή, -όν, ὁ ἄνευ ἐνδύματος, ἄνευ περιβολῆς γυμνὸς περ ἐὼν Ὀδ. Ζ.136, κτλ.· γυμνὸν στάδιον, κατ’ἀντίθεσιν πρὸς τὸν ὁπλίτην δρόμον, Πίνδ. Π.11.73. 2) ἄοπλος, οὐδ’ ὑπέμεινεν Πάτροκλον, γυμνὸν περ ἐόντ’ἐν δηϊοτῆτι Ἰλ Π.815, κτλ.· γυμνὰ τὰ νῶτα παρέχειν Πλούτ. Φαβ. 11·- τὰ γυμνά, ἐπὶ μεμονωμένων ἀνδρῶν, τὰ μέρη τοῦ σώματος τὰ μὴ καλυπτόμενα ὑπὸ τοῦ ὁπλισμοῦ, τὰ ἐκτεθειμένα μέρη, Θουκ. 3.23, Ξεν. Ἑλλ. 4.4,12· ἰδίως, τὸ δεξιὸν μέρος, ἡ δεξιὰ πλευρὰ (καθ’ ὅσον ἡ ἀριστερὰ πλευρὰ ἐκαλύπτετο ὑπὸ τῶν ἀσπίδων), Θουκ. 5.10, 71· πρβλ. γύμνωσις. 3) ἐνίοτε ἐπὶ πραγμάτων, γυμνὸν τόξον, μὴ κεκαλυμμένον τόξον, ὅπερ ἐξήγαγέ τις ἐκ τοῦ γωρυτοῦ, ἤτοι τῆς θήκης, Ὀδ. Λ.607· γ. ὀιοστὸς Φ.417· γ. μάχαιρα, ξίφος Θεόφρ. 22.146, Ἀπολλ. Ρόδ.· γυμνῇ τῇ κεφαλῇ, μὲ γυμνὴν τὴν κεφαλήν, Πλάτ. Φαίδρ. 243Β 4) μ. γεν., ἐστερημένος πράγματός τινος, ἀφῃρημένος τι, κολεοῦ γυμνὸν φάσγανον Πίνδ. Ν.1.80, πρβλ. Ξεν. Ἀγης.2,14· κᾶπος δένδρων γυμνὸς Πίνδ. Ο.3.43· γυμνὸς ὀστράκων Αἰσχύλ. Ἀποσπ. 401· γυμνὸς προπομπῶν ὁ αὐτ. Πέρσ. 1036· γ. τῶν ἀριστείων ἄτερ Σοφ. Αἴ. 464· καὶ οὔτω παρὰ πεζοῖς, γυμνὸς ὅπλων Ἡρόδ. 2.141· ἡ ψυχὴ γυμνὴ τοῦ σώματος Πλάτ. Κρατ. 403Β, πρβλ. Πολ. 577Β, Γοργ. 523D.5) ἐν τῇ κοινῇ γλώσσῃ γυμνὸς ἐσήμαινε τὸν ἐλαφρῶς ἐνδεδυμένον, ἔχοντα δηλ. μόνον τὸ ἐπὶ τῆς σαρκὸς ἔνδυμα (χιτῶνα), ἄνευ τοῦ ἱματίου, τοῦ ἐπιβλήματος, Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 389, πρβλ. Ξεν. Ἀν. 1.10,3, Δημ. 583.21· (οὕτω nudus ara, sere nudus, Βεργ. Γ.1.299)· ἐπὶ ἵππου, ἄνευ χαλινοῦ καὶ τῆς λοιπῆς σκευῆς, Ἀρρ. Κυν. 24.3 6) ἐπὶ γεγονότων ἢ πραγμάτων, αὐτὰ καθ’ ἑαυτά, τὰ πράγματα γυμνὰ θεωρεῖν Διόδ. 1.76· γυμνὸν τὸ ἔργον διηγήσασθαι Λουκ. Τοξ. 41. 7) ἁπλοῦς, γυμνός, μόνος, κόκκος, Α΄Ἐπιστ. π. Κορινθ. ιε΄,37. 8) ἀγένειος, Ἀπολλ. Ρόδ. Β.707. 9) ἐπὶ ἀδυνάτων, γυμνῷ φυλακὴν ἐπιτάττεις Φερεκρ. Τυρ. 4. Φιλήμ. Ἁρπαζ. 1.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
I. nu :
1 non vêtu;
2 non couvert en parl. de choses : γυμνὸν τόξον OD, γυμνὸς ὀϊστός OD, γυμνὴ μάχαιρα THCR arc, trait, épée hors du fourreau ; fig. γυμνὸν ἔργον LUC affaire telle qu’elle est, dans sa réalité toute nue;
II. légèrement ou incomplètement vêtu, d’où
1 sans manteau ou pardessus (ἱμάτιον), càd qui n’a que le vêtement de dessous, la tunique (χιτών);
2 sans armure, sans armes : τὰ γυμνά parties du corps non couvertes par une armure ; particul. le côté droit (non couvert par le bouclier) ; avec le gén. : γυμνὸς ὅπλων HDT sans armes.
Étymologie: DELG vieux terme i.-e. présentant des formes variées, pê à cause d’un tabou linguistique ; cf. lat. nudus.

English (Autenrieth)

naked; τόξον, taken from its case, Od. 11.607 ; ὀιστός, from the quiver, as we saynaked sword,’ Od. 21.417; then, usually, unarmed, Il. 21.50, Il. 22.124.

English (Slater)

γυμνός
   a of things, bare τούτων ἔδοξεν γυμνὸς αὐτῷ κᾶπος ὀξείαις ὑπακουέμεν αὐγαῖς ἀελίου i. e. without cover of trees (O. 3.24) c. gen., κολεοῦ γυμνὸν τινάσσων φάσγανον (N. 1.52)
   b stripped, without armour Πυθοῖ τε γυμνὸν ἐπὶ στάδιον καταβάντες (P. 11.49) ἔν τε γυμνοῖσι σταδίοις σφίσιν ἔν τ' ἀσπιδοδούποισιν ὁπλίταις δρόμοις (I. 1.23)

Spanish (DGE)

-ή, -όν

• Alolema(s): dór. fem. -ά Call.Lau.Pall.53, Theoc.27.59
I 1de pers., partes del cuerpo o anim. desnudo de un cadáver Il.22.510, cf. Hp.Vict.4.92, Ὀδυσσεὺς Od.6.136, cf. Hdt.1.10, βραχίονες Emp.B 57.2, Παλλάς Call.l.c., μαζός Call.Dian.214, σῶμα SB 9126.3 (III d.C.), περιβεβλημένος σινδόνα ἐπὶ γυμνοῦ Eu.Marc.14.51, γυμνὸν περιπατεῖν Hp.Nat.Hom.19, γ. ἔφυγεν Eu.Marc.14.52, cf. App.BC 5.140, γυμνὸν εἶναι Arr.Epict.1.24.7, οὐ γὰρ αἰσχρὸν εἶναι αὐταῖς (las mujeres etruscas) φαίνεσθαι γυμναῖς Ath.517d, cf. Artem.2.44, οἱ δὲ Γαισάται ... γυμνοὶ μετ' αὐτῶν τῶν ὅπλων Plb.2.28.8, φιλόσοφος ... τῶν ἀνδριάντων ... γυμνότερος D.Chr.34.3, cf. Sext.Sent.191, Procop.Gaz.Ep.99, Lyd.Mag.2.21, 3.64
de un caballo sin arreos Arr.Cyn.24.3
subst. τὰ γυμνά las partes desnudas del cuerpo Thphr.Char.4.7
en prov. γυμνῇ τῇ κεφαλῇ (entonar mi palinodia) a cabeza descubierta (y no velado por la vergüenza), Pl.Phdr.243b, cf. Apostol.5.49, Greg.Cypr.1.81, c. alusión tb. a II 2 γυμνότερος λεβηρίδος más desnudo que una camisa de serpiente de los indigentes, Diogenian.3.73, Hsch., γυμνότερος παττάλου Diogenian.3.98, γυμνὸς ὡς ἐκ μήτρας Diogenian.4.2
ligero de ropa e.d. sin manto y sólo con la túnica interior, en paños menores γυμνὸν σπείρειν, γυμνὸν δὲ βοωτεῖν, γυμνὸν δ' ἀμάειν Hes.Op.391, εἰμὶ δὲ γυμνά Theoc.27.59, cf. Ar.Nu.498, Pl.R.474a, D.21.216, Eu.Matt.25.36, 25.38, Eu.Io.21.7, Luc.Herm.23, ἐξπεδῖτοι Lyd.Mag.1.46
de cosas desnudo, descubierto γυμνὸν τόξον arco que está fuera de su estuche, Od.11.607, ὀϊστός Od.21.417, γυμναὶ ... μάχαιραι espadas desenvainadas Theoc.22.146, ξίφος A.R.1.1254, ἐγχειρίδια Aen.Tact.29.7, ἀγγεῖον Gal.17(2).153
ref. a un tipo de calzado abierto Lyd.Mag.1.17.
2 de pers. o partes del cuerpo no vestido con o despojado de sus armas, desarmado, desguarnecido Πάτροκλον γυμνόν περ ἐόντ' ἐν δηϊοτῆτι Il.16.815, γυμνὸν φανέντα τῶν ἀριστείων ἄτερ (Ayante), S.Ai.464, cf. Il.21.50, Hdt.2.141, AP 9.61 (Anon.), 12.158 (Mel.), ὅ γε γ. ἐὼν ἀνεχάζετο Q.S.10.216, τοὺς Τυρίους ... γυμνοὺς ἐν πέδαις παραστήσω Charito 7.3.5, τί γυμνὸν ... μέρος φαίνεται Plb.3.81.2, γυμνὰ παρέχοντα ... τὰ νῶτα presentando la retaguardia desarmada Plu.Fab.11
prov. ref. al que es incapaz de cumplir una orden γυμνῷ φυλακὴν ἐπιτάττειν encomendar la vigilancia a un desarmado Pherecr.154, Philem.11
de abstr. γυμνὸν ἐπὶ στάδιον en la carrera del estadio que se corre sin armas op. ὁπλιστοδρόμος Pi.P.11.49
subst. τὰ γυμνά las partes desarmadas del cuerpo ἐσηκόντιζον ἐς τὰ γυμνά Th.3.23, cf. X.HG 4.4.12
el flanco desarmado de un ejército τὰ γυμνὰ πρὸς τοὺς πολεμίους δοὺς ἀπῆγε τὴν στρατιάν Th.5.10, cf. 5.71.
3 liso, pelado s. cont., Archil.251, cf. Hsch.
imberbe κοῦρος ἐὼν ἔτι γ. muchacho que aún no ha llegado a la pubertad A.R.2.707 (pero tal vez sent. I 1), cf. Sch.ad.loc., Hsch.
4 descalzo Hsch.
II fig.
1 c. gen. desprovisto de de pers. y anim. γ. ... προπομπῶν desprovisto de escolta A.Pers.1036, del tirano γ. ... τῆς τραγικῆς σκευῆς Pl.R.577b, ἡ ψυχὴ γυμνὴ τοῦ σώματος Pl.Cra.403b, cf. Grg.523e, Ael.NA 11.39, ἀπτῆνα ... ἄρτι γυμνὸν ὀστράκων A.Fr.337
de cosas κολεοῦ γυμνὸν τινάσσων <φάσγανον> blandiendo la espada desprovista de vaina Pi.N.1.52, cf. X.Ages.2.14, τούτων (árboles) ... γ. ... κᾶπος Pi.O.3.24.
2 abs. necesitado, menesteroso de pers. γυμνοὺς ἡμᾶς ἐποίησεν nos ha dejado en la indigencia, PMonac.74.12 (II d.C.), cf. PSI 605.4 (III a.C.), Θερμούθι κιθῶνα ἀγόρασον. γυμνή ἐστιν cómprale una túnica a Termutis. No tiene nada que ponerse, PWisc.73.20 (II d.C.), de esclavos, Lyd.Mag.3.57
desvalido ψυχή PMasp.205.3 (VI d.C.).
3 de abstr. desnudo, sencillo, tal como es γυμνῶν τῶν πραγμάτων θεωρουμένων D.S.1.76, σοι γυμνὸν τὸ ἔργον διηγησάμην Luc.Tox.42, πάντα (las acciones de los hombres) Ep.Hebr.4.13, γυμνοτέροις χρήσασθαι τοῖς ὀνόμασιν usar las palabras más sencillas Ph.1.5, γυμνῇ πάνυ χρῶνται τῇ μιμήσει (los escritores) imitan muy crudamente Demetr.Eloc.112, ἀλήθεια Meth.Symp.9.1
tb. de concr. desnudo, simple κόκκος 1Ep.Cor.15.37.
III adv. -ῶς
1 al desnudo γ. τῷ σώματι (pero tal vez l. γυμνῷ) PSI 71.8 (VI d.C.).
2 fig. simplemente, abiertamente λέγοντα οὐ γ. Origenes Io.2.30, γ. ἤδη τοὺς ἀκροατὰς εἰς ἐγκράτειαν ἐφελκόμενον Meth.Symp.1.3.

• Etimología: De *νυγμός < *n°g-nos que aparece en otras lenguas c. diversas asimilaciones y vocalismos, cf. aesl. nagŭ, lituan. núogas, lat. nūdus, gót. nagaþs, ai. nagnā-, etc.

English (Strong)

of uncertain affinity; nude (absolute or relative, literal or figurative): naked.

English (Thayer)

γυμνή, γυμνόν, in the Sept. for עֵירֹם. and עָרום, naked, not covered;
1. properly,
a. unclad, without clothing: τό γυμνόν, substantively, the naked body: ἐπί γυμνοῦ, τά γυμνά, Lucian, nav. 33).
b. ill-clad: clad in the undergarment only (the outer garment or cloak being laid aside): Hesiod, Works, 389; often in Attic; so nudus, Vergil Georg. 1,299).
d. of the soul, whose garment is the body, stripped of the body, without a body: Plato, Crat c. 20, p. 403b. ἡ ψυχή γυμνή τοῦ σώματος).
2. metaphorically,
a. naked, i. e. open, laid bare: γυμνόςᾅδης ἐνώπιον αὐτοῦ, only, mere, bare, equivalent to ψιλός (like Latin vudus): γυμνός κόκκος, mere grain, not the plant itself, Clement of Rome, 1 Corinthians 24,5 [ET] σπέρματα πεσόντα εἰς τήν γῆν ξηρά καί γυμνά διαλύεται).

Greek Monolingual

-ή, -ό (AM γυμνός, -ή, -όν)
1. αυτός που δεν φοράει τίποτε
2. εκείνος που δεν φοράει όλα τα απαραίτητα ενδύματα, μισοντυμένος
3. εκείνος που φοράει κουρέλια, ο ρακένδυτος
4. στερημένος από κάτι
5. αβοήθητος
6. απαλλαγμένος από κάτι
7. (για τόπους) άγονος, χωρίς βλάστηση
8. (για όπλα) αυτός που είναι έξω από τη θήκη ή το κάλυμμα του
9. πραγματικός, ειλικρινής
νεοελλ.
1. αυτός που έχει ελάχιστη επίπλωση ή διακόσμηση
2. (για γυναίκα) άσεμνα ντυμένη
3. το ουδ. ως ουσ. το γυμνό
αναπαράσταση γυμνού σώματος
4. επίρρ. γυμνά
απλά, με σαφήνεια
αρχ.
1. άοπλος
2. ελαφρά οπλισμένος
3. αγένειος
4. (για άλογο) χωρίς χαλινάρι
5. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα γυμνά
τα ακάλυπτα μέρη του σώματος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για αρχαία λέξη, που απαντά σε πολλές ινδοευρωπαϊκές γλώσσες με διάφορες όμως μορφές, οι οποίες οφείλονται είτε σε ανομοίωση είτε σε λόγους οικονομίας της γλώσσας. Στις δυτικές γλώσσες οι τύποι για το γυμνός φέρουν οδοντικό επίθημα (πρβλ. λατ. nū dus, αρχ. ιρλ. nocht, γοτθ. nagaps, γερμ. nackt, αρχ. νορβ. nokkuiər). Ενώ στις ανατολικές γλώσσες αφενός απαντούν τύποι με εκτεταμένη βαθμίδα ρίζας και χωρίς επίθημα (πρβλ. λιθ. nuogas, αρχ. σλαβ. nagŭ) αφετέρου τύποι με επίθημα -n- (πρβλ. αρχ. ινδ. nagna- αβεστ. mayna-). To επίθημα τών γερμανικών τύπων (αρχ. νορβ. nakinn, αρχ. φριζ. naken) προήλθε ίσως από τις μετοχές σε -n. Εξάλλου το χεττ. nekumanza παρουσιάζει απόκλιση λόγω του φωνήεντος -e- (πρβλ. και αρμ. merk) και πιθ. αποτελεί νεώτερο σχηματισμό κατά τα επίθετα σε -want. Ο ελλ. τ. γυμνός ανάγεται στην ινδοευρ. ρίζα nogw-no- «γυμνός». Η ύπαρξη του -υ-δικαιολογείται από το ακόλουθο χειλοϋπερωικό (πρβλ. νυξ), ενώ το σύμπλεγμα -μν- παριστάνει το IE -gwn- (πρβλ. αμνός). Πρόβλημα παρουσιάζει το αρχικό -γ- του τύπου, το οποίο δεν έχει ερμηνευτεί με βεβαιότητα. Η εξέλιξη νυγνός > μυγνός > γυμνός δεν είναι ικανοποιητική. Ο Ησύχιος εξάλλου παραδίδει τ. λυμνός, πιθ. < νυμνός, με ανομοίωση (πρβλ. και «απολύγματος
απογύμνωσις», Κύπριοι).
ΠΑΡ. γυμμνάζω, γυμνότητα (AM -της), γυμνώνω (AM -ώ)
αρχ.
γυμνάς, γυμνής, γυμνικός
νεοελλ.
γύμνια.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) γυμνόκαρπος, γυμνοκέφαλος, γυμνόπους, γυμνοσοφιστές (Α -αι), γυμνόσπερμος
αρχ.
γυμνοδερκούμαι, Γυμνοπαιδία, γυμνοπαιδική, γυμνοπόδιον, γυμνορρύπαρος, γυμνοσπέρματος, γυμνόχρους
αρχ.-μσν.
γυμνοποδώ
μσν.- νεοελλ.
γυμνοπόδης
νεοελλ.
γυμνιππεύω, γυμνοδασία, γυμνόδερμος, γυμνοθεραπεία, γυμνόκαυλος, γυμνοκράτης, γυμνοκρατία, γυμνοκώλης, γυμνόκωλος, γυμνόλαιμος, γυμνόνωτος, γυμνοπόδαρος, γυμνοποδία, γυμνόπτερος, γυμνόρρiζος, γυμνοσάλιαγκας, γυμνοσκελής, γυμνόσκελος, γυμνόστερνος, γυμνόστηθος, γυμνόσωμος, γυμνόφυλλος. (Β' συνθετικό) ημίγυμνος
αρχ.
πάγγυμνος, παράγυμνος νεοελλ. θεόγυμνος, κατάγυμνος, μισόγυμνος, ολόγυμνος].

Greek Monotonic

γυμνός: -ή, -όν,
1. ακάλυπτος, γυμνός, γδυτός, σε Ομήρ. Οδ. κ.λπ.
2. άοπλος, σε Ομήρ. Ιλ. κ.λπ.· τὰ γυμνά, τα σημεία του σώματος που δεν καλύπτονται από την πανοπλία, τα εκτεθειμένα μέρη του σώματος, σε Θουκ., Ξεν.· ιδίως η δεξιά πλευρά (εφόσον η αριστερή καλυπτόταν από τις ασπίδες), σε Θουκ.
3. λέγεται για πράγματα· γυμνὸν τόξον, ένα ακάλυπτο τόξο, δηλ. ένα τόξο που έχει βγει από τη θήκη του, σε Ομήρ. Οδ.
4. με γεν., απαλλαγμένος από κάτι, σε Ηρόδ., Αισχύλ.
5. στην καθομιλουμένη γλώσσα, γυμνός σήμαινε ελαφρά ντυμένος, δηλ. αυτός που φορούσε μόνο το χιτώνα (χιτών) χωρίς το ιμάτιο (ἱμάτιον), Λατ. nudus, σε Ησίοδ., Ξεν.
6. σκέτος, απλός, σε Καινή Διαθήκη

Russian (Dvoretsky)

γυμνός:
1) голый, нагой, неодетый Hom., Her., Xen.: γυμνὸν στάδιον Pind. состязание голых бегунов; γυμνῇ τῇ κεφαλῇ Plat. с непокрытой головой; γυμνῶν τῶν πραγμάτων θεωρουμένων Diod. при рассмотрении (одних лишь) голых фактов;
2) полуодетый, в нижнем белье (γ. ἢ χιτωνίσκον ἔχων ἄζωστος Plat.; γ. ἐν τῷ χιτωνίσκῳ Dem.);
3) обнаженный, вынутый из ножон (φάσγανον Pind.; μάχαιραι Theocr.); вынутый из колчана (ὀϊστός Hom.); вынутый из футляра (τόξον Hom.);
4) без доспехов (νέκυς Hom.);
5) не прикрытый броней или щитом (τὰ γυμνὰ παρέχειν Xen.): τὸ δεξιὸν καὶ τὰ γυμνά Thuc. правый и левый фланги (так как щит держали в правой руке);
6) лишенный, неимеющий (δένδρων Pind.; προπομπῶν Aesch.; ὅπλων Her.; ἐσθῆτος Diod.): ἡ ψυχὴ γυμνὴ τοῦ σώματος Plat. душа, освободившаяся от тела.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

γυμνός -ή -όν naakt, bloot, ongekleed; van wapens ontbloot, getrokken, uit de houder gehaald:. γυμνὸν τόξον ἔχων met zijn boog uit de foedraal gehaald Od. 11.607. ongewapend, onbeschermd, van wapens ontdaan:. ἐτόξευον... ἐς τὰ γυμνά zij schoten pijlen af op hun onbeschermde delen Thuc. 3.23.4; ἐπιστρέψας τὸ δεξιὸν καὶ τὰ γυμνὰ πρὸς τοὺς πολεμίους δούς hij liet de rechtervleugel draaien ( ptc. ) en stelde zo ( ptc. ) de onbeschermde kant bloot aan de vijanden (de linkerkant wordt gedekt door de schilden) Thuc. 5.10.4. uitbr. verstoken van, ontdaan van, gebrek hebbend aan, zonder, met gen.: γυμνός εἰμι προπομπῶν ik ben beroofd van mijn geleide Aeschl. Pers. 1036 ( lyr. ); ἡ ψυχὴ γυμνὴ τοῦ σώματος παρ ’ ἐκεῖνον ἀπέρχεται de ziel gaat verstoken van het lichaam naar hem (Pluto) toe Plat. Crat. 403b. overdr. simpel, alleen maar:. γυμνὸν κόκκον slechts een graankorrel NT 1 Cor. 15.37; γυμνὸν τὸ ἔργον διηγήσασθαι de feiten zonder opsmuk vertellen ( vgl. de naakte feiten) Luc. 57.42.

Frisk Etymological English

Grammatical information: adj.
Meaning: naked, unarmed (Il.).
Other forms: ἀπόνοιμον ἀπογύμνωσιν H.
Derivatives: γυμνάς, -άδος f. m. naked (E.); trained (E., Attika); collective = trained men (Amorgos, Astypalaia, Kos). γυμνής, -ῆτος m. light-armed warrior (Tyrt.), with γυμνητικός (X.), γυμνήσιος (Arist.), γυμνητεύω (Plu.), γυμνητεία light-armed men (Th.), nakedness (Corn.); γυμνήτης, f. -ῆτις naked (Lyc.). γυμνικός (ἀγών) gymnastic (opp. ἱππικός) (Hdt.). γυμνηλός poor (H., EM, after νοσηλός etc.). - γυμνότης f. (LXX). - Denom. γυμνόομαι strip (Il.), -όω (Hdt.), γύμνωσις (Th.). γυμνάζομαι exercise (naked) Ion.-Att.; γυμναστής trainer (Pl.), γυμναστικός , ἡ γυμναστική (τέχνη) gymnastics (Ion.-Att.); γύμνασμα training (D. H.), γύμνασις id. (Poll.); γυμνάσιον training (Pi.), school for.., gymnasium (Att.), γυμνασιώδης (Cic.); γυμνασία; for -σιον, -σία Schwyzer 469f. - γυμνασίδιον (Arr.) and γυμναστήριον (Gal.). - γυμνιεύω be naked (P. Ross. Georg. 3, 28, IVp).
Origin: IE [Indo-European] [769] *nogʷ-nos naked
Etymology: Old word. With dental suffix, Lat. nūdus (< *nogʷodʰos Schrijver, Larr. Lat. 1991, 274f), OIr. nocht, Goth. naqaÞs, OHG nackt, ONo. nøkkuiðr. Without suffix, Lith. núogas, OCS nagъ (with vowel lengthened acc. to Winter-Kortlandt); with n-Suffix, Skt. nagná-, Av. maγna- (dissimilated); Germ. n-forms like ONo. nakinn, OFries. naken prob. after the n-participles. Hitt. nekumanza (with e-vowel) after the adjektives in -u̯ant- (with -mant- after u). With e also Arm. merk < *meguro- (cf. Av. maγna-). - The υ from -o- as in νύξ before following labiovelar; -μν- < -gun-, cf. ἀμνός. We also find λυμνός (H.), with dissimilation for *νυμνός; also ἀπολύγματος ἀπογύμνωσις. Κύπριοι H. (with -γ- preserved). The essential point, the γ-, was explained by Kortlandt (ap. Beekes, Orbis 37 (1994)91) through assimilation in *noŋʷ-nos > *ŋoŋʷnos. The initial ŋ- was rephonemicized (ŋ was not a phoneme in Greek) to γ-, *γυνμος giving γυμνός.

Middle Liddell


1. naked, unclad, Od., etc.
2. unarmed, Il., etc.:— τὰ γυμνά the parts not covered by armour, the exposed parts, Thuc., Xen.: esp. the right side (the left being covered by the shields), Thuc.
3. of things, γυμνὸν τόξον an uncovered bow, i. e. taken out of the case, Od.
4. c. gen. stripped of a thing, Hdt., Aesch.
5. in common language γυμνός meant lightly clad, i. e. in the tunic only (χιτών), without the mantle (ἱμάτιον), Lat. nudus, Hes., Xen.
6. bare, mere, NTest.

Frisk Etymology German

γυμνός: {gumnós}
Meaning: nackt, unbedeckt, unbewaffnet (seit Il.).
Derivative: Zahlreiche Ableitungen. Substantiva und Adjektiva. 1. γυμνάς, -άδος f. m. nackt (E.); oft postverbal zu γυμνάζομαι = geübt (E., Attika); kollektiv = geübte Mannschaft (Amorgos, Astypalaia, Kos). 2. γυμνής, -ῆτος m. leichtbewaffneter Krieger zu Fuß (Tyrt., Hdt., E. usw.) mit γυμνητικός (X., Str., Plu.), γυμνήσιος (Arist., Str. u. a.) und γυμνητεύω leichtbewaffnet sein (Plu.) , auch nackt sein (1 Ep. Cor. 4, 11; durch Beziehung auf γυμνός), wozu γυμνητεία leichtbewaffnete Mannschaft (Th.), Nacktheit (Corn., Ptol.); — erweiterte Form γυμνήτης, f. -ῆτις nackt (Lyk., Luk., Plu.). 3. γυμνικός (ἀγών) gymnastisch im Gegensatz zu ἱππικός, μουσικός (Hdt., Th., Pl. usw.). 4. γυμνηλός arm (H., EM, nach νοσηλός usw.). — Abstraktbildung γυμνότης f. (LXX, NT, Ph. usw.). — Denominative Verba. 1. γυμνόομαι sich entblößen (seit Il.), -όω ausziehen (Hdt., S.) mit γύμνωσις (Th., LXX usw.). 2. γυμνάζομαι ‘sich (nackt) üben’ (körperlich und geistig; ion. att.; -άζω üben sehr selten) mit mehreren Ablegern: γυμναστής Turnlehrer (Pl., X., Arist.) mit γυμναστικός ‘zur (Körper)übung gehörig’, ἡ γυμναστική (τέχνη) Gymnastik (ion. att.); γύμνασμα Übung (D. H., J., Ph. usw.), γύμνασις ib. (Poll.); γυμνάσιον körperliche Übung (Pi., ion. att., im Plur.), Schule für körperliche und geistige Übungen, Gymnasium (att., hell.) mit γυμνασιώδης (Cic.); γυμνασία ‘(körperliche) Übung’ (att., hell.); zum Ausgang -σιον, -σία Schwyzer 469f. m. Lit. — Vereinzelt das Deminutivum γυμνασίδιον (Arr.) und γυμναστήριον (Gal., Aristaenet.), wie δικαστήριον. — 3. γυμνιεύω entblößt, nackt sein (P. Ross. Georg. 3, 28, IVp).
Etymology : Altererbtes Wort, das in mehreren indog. Sprachen bewahrt worden ist. Die wechselnden Formen beruhen teils auf lautlichen Vorgängen (Dissimilation), teils wahrscheinlich auch auf tabuistischen Verdrehungen. Im Westen (Lateinisch, Keltisch, Germanisch) finden wir Formen mit Dentalsuffix, z. B. lat. nūdus, air. nocht, got. nagaþs, nhd. nackt, awno. nøkkuiðr. Ihnen gegenüber stehen im Osten teils dehnstufige Formen ohne Suffix, z. B. lit. núogas, aksl. nagъ, teils Formen mit n-Suffix, aind. nagná-, aw. maγna- (Dissimilation?; weitere iran. Formen bei Bailey Trans. Phil. Soc. 1945, 6f.; s. auch Charpentier Acta or. 7, 188ff., wozu Morgenstierne ebd. 199), gr. γυμνός; die germ. n-Formen wie ano. nakinn, afries. naken können ihr Suffix von den n-Partizipien bezogen haben. Auch heth. nekumanza, das durch den e-Vokal von den übrigen Formen abweicht, kann nach den Adjektiven auf -u̯ant- (wofür -mant- nach u) neugebildet sein. Mit e-Vokal auch arm. merk, zunächst aus *megro- (vgl. aw. maγna-), aber in Einzelheiten dunkel; anders Benveniste Rev. ét. armén. 10, 187. — Das dem Griech. allein eigene γ- ist, wie m- im Iranischen und Armenischen, offenbar sekundär. Der υ-Vokal kann wie in νύξ ein Reflex des folgenden Labiovekars sein, die Lautgruppe -μν- dürfte idg. -gn- fortsetzen, vgl. ἀμνός (nach υ wäre allerdings -γν- zu erwarten). Neben γυμνός ist auch λυμνός überliefert (H.), das dissimilatorisch für *νυμνός stehen kann; zu bemerken noch ἀπολύγματος· ἀπογύμνωσις. Κύπριοι H. (trotz Bechtel Dial. 1, 445 schwerlich richtig; vgl. auch Latte z. St.). Eine befriedigende Erklärung des γ- in γυμνός ist noch nicht gefunden (eine Entwicklung *νυγνός > *μυγνός > γυμνός überzeugt nicht); vgl. Kretschmer Glotta 3, 335, Fick BB 6, 214, Bechtel Dial. 1, 445, Pisani Rend. Acc. Linc. 6 : 4, 345ff. Weitere Einzelheiten mit reicher Lit. bei W.-Hofmann s. nūdus.
Page 1,332-333

Chinese

原文音譯:gumnÒj 錦挪士
詞類次數:形容詞(15)
原文字根:赤裸的 相當於: (עֵירֹם‎) (עָרֹום‎) (עֶרְיָה‎)
字義溯源:赤裸的*,赤露的,單薄穿著的,赤身露體的;這字的使用有字面的,如:赤身( 可14:51; 約21:7);也有隱喻的,如:赤身的,赤露( 啓3:17; 來4:13)
同源字:1) (γυμνάζω)赤裸著運動 2) (γυμνασία)操練 3) (γυμνητεύω / γυμνιτεύω)露體 4) (γυμνός)赤裸的 5) (γυμνότης)赤身
出現次數:總共(15);太(4);可(2);約(1);徒(1);林前(1);林後(1);來(1);雅(1);啓(3)
譯字彙編
1) 赤身(4) 可14:51; 可14:52; 啓16:15; 啓17:16;
2) 赤身露體(3) 太25:38; 太25:44; 雅2:15;
3) 我赤身露體(2) 太25:36; 太25:43;
4) 是赤露的(1) 來4:13;
5) 赤身的(1) 啓3:17;
6) 赤身了(1) 林後5:3;
7) 他們赤著身子(1) 徒19:16;
8) 赤著身子(1) 約21:7;
9) 赤裸的(1) 林前15:37