Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μεσεγγυητής

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225

German (Pape)

[Seite 137] ὁ, der Bürge (?).

Greek (Liddell-Scott)

μεσεγγυητής: -οῦ, ὁ, τὸ τρίτον πρόσωπον παρ’ ᾧ εἶναι κατατεθειμένη παρακαταθήκη τις ὡς ἐγγύησιςἀσφάλεια, (μεσεγγύημα) Γλωσσ.· - παρ’ Ἡσυχ. μεσέγγυος, ὁ, «μεσέγγυον· μεσίτην».

Greek Monolingual

ο, θηλ. μεσεγγυήτρια (ΑM μεσεγγυητής) μεσεγγυώ
πρόσωπο που αναλαμβάνει το μεσεγγύημα, αλλ. μεσεγγυούχος.