Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μικροαστός

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

ο, θηλ. μικροαστή
1. άτομο που εντάσσεται στη μικροαστική τάξη
2. μτφ. άτομο που χαρακτηρίζεται από πολιτική και ιδεολογική αστάθεια
3. άτομο με καιροσκοπική ή ατομικιστική κοινωνική συμπεριφορά
4. άνθρωπος αυτάρεσκος, με στενές αντιλήψεις.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μικρ(ο)- + αστός (πρβλ. μεγαλο-αστός)].