Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αστός

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

ο (θηλ. αστή, η) (AM ἀστός, ἀστή)
1. ο κάτοικος της πόλης
νεοελλ.
1. όποιος ανήκει στην αστική τάξη, σε αντίθεση με τον εργάτη ή τον αγρότη
2. όποιος πρεσβεύει αντιλήψεις αστικού καθεστώτος
αρχ.
1. ο αυτόχθων, ο γηγενής
2. (το αρσ. στον πληθ.) οἱ ἀστοί
οι απλοί πολίτες, σε αντίθεση με τους αγαθούς και τους μετοίκους
3. ἡ Άστός
επίθετο της Περσεφόνης.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. αστός, που μαρτυρείται πιθ. στη Μυκηναϊκή από τον τ. wa-to, προήλθε από Fαστός (με σίγηση του αρχικού F) < FαστF-ος (με αποβολή του δευτέρου F πιθ. λόγω ανομοιώσεως) < Fάστυ (πρβλ. ομηρ. (F)αστός, λοκρ., θεσσαλ. Fασ(σ)τός, αρκαδ. Fαστός). Η λ. στην αρχαία εποχή χρησιμοποιήθηκε κατ' αντιδιαστολή προς τα ξένος, μέτοικος, καθώς επίσης προς διάκριση από το πολίτης για να δηλώσει αυτόν που έχει αστικά δικαιώματα, όχι όμως και πολιτικά.
ΠΑΡ. νεοελλ. αστισμός
ΣΥΝΘ. νεοελλ. αστοκρατία, μικροαστός, μεγαλοαστός. Ο τ. αστός χρησιμοποιήθηκε επίσης και κατά τη σύνθεση κυρίων ονομάτων: Ασταγόρας, Άστιππος, Αστοβούλα, Αστοκλέας, Αστοκράτεις, Αστόμαχος, Ασστομείδεις, Ασστόφιλος, Αστόνοος, Αστόξενος, Αριαστίς, Βουλαστίδης].