Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μονόδερμος

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Full diacritics: μονόδερμος Medium diacritics: μονόδερμος Low diacritics: μονόδερμος Capitals: ΜΟΝΟΔΕΡΜΟΣ
Transliteration A: monódermos Transliteration B: monodermos Transliteration C: monodermos Beta Code: mono/dermos

English (LSJ)

ον,

   A gloss on μονόλοπος, Hsch.

German (Pape)

[Seite 202] einhäutig, Hesych.

Greek (Liddell-Scott)

μονόδερμος: -ον, ὁ ἔχων ἓν μόνον δέρμα, χιτῶνα, Ἡσύχ. ἐν μονόλοπα.

Greek Monolingual

μονόδερμος, -ον (Α)
(για καρπούς) αυτός που έχει ένα μόνο δέρμα, ένα περικάλυμμα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μον(ο)- + -δερμος (< δέρμα)].