Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ναίχι

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ναίχῐ Medium diacritics: ναίχι Low diacritics: ναίχι Capitals: ΝΑΙΧΙ
Transliteration A: naíchi Transliteration B: naichi Transliteration C: naichi Beta Code: nai/xi

English (LSJ)

(on the accent v. Hdn.Gr.1.9), Adv., for ναί,

   A like οὐχί for οὐ, μήχι for μή, S.OT684, Pl.Hipparch.232a, Men.Sam.81, Call.Epigr. 30.5.

Greek (Liddell-Scott)

ναίχῐ: Ἐπίρρ. ἀντὶ τοῦ ναί, ὡς τὸ οὐχὶ ἀντὶ τοῦ οὐ, Σοφ. Ο. Τ. 682, Πλάτ. Ἵππαρχ. 232Β, Καλλ. Ἐπιγράμμ. 1. - Οὐχὶ ναιχί, Ἐτυμολ. Μέγ. σ. 638, 50, Εὐστ. 107. 25.

French (Bailly abrégé)

adv.
oui certes.
Étymologie: ναί, -χι.

Greek Monolingual

ναίχι (Α)
επιτ. τ. του ναι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ναί + -χι (πρβλ. μη-χί, ου-χί].

Greek Monotonic

ναίχῐ: επίρρ. αντί ναί, όπως το οὐχί αντί οὐ, σε Σοφ.

Russian (Dvoretsky)

ναίχῐ: (intens. = ναί) да-да, да, конечно, еще бы, Soph., Plat., Plut.

Middle Liddell

  1. σκιππεδ ναίω [adverb for ναί, like οὐχί for οὐ, Soph.]