Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

οὐ

Ἀλλ’ ἐσθ’ ὁ θάνατος λοῖσθος ἰατρός κακῶν -> But death is the ultimate healer of ills
Sophocles, Fragment 698
Full diacritics: οὐ Medium diacritics: οὐ Low diacritics: ου Capitals: ΟΥ
Transliteration A: ou Transliteration B: ou Transliteration C: ou Beta Code: ou)

English (LSJ)

the negative of

   A fact and statement, as μή of will and thought; οὐ denies, μή rejects; οὐ is absolute, μή relative; οὐ objective, μή subjective. —The same differences hold for all compds. of οὐ and μή, and some examples of οὐδέ and οὐδείς are included below.—As to the Form, v. infr. G.    A USAGE.    I as the negative of single words,    II as the negative of the sentence.    I οὐ adhering to single words so as to form a quasi-compd. with them:—with Verbs: οὐ δίδωμι withhold, Il.24.296; οὐκ εἰῶ prevent, 2.132, 4.55, al.; οὐκ ἐθέλω refuse, 1.112, 3.289, al.; οὔ φημι deny, 7.393, 23.668, al. (In most of these uses μή can replace οὐ when the constr. requires it, e.g. εἰ μή φησι ταῦτα ἀληθῆ εἶναι Lycurg.34; but sts. οὐ is retained, εἰ δ' ἂν… οὐκ ἐθέλωσιν Il.3.289; εἰ δέ κ'… ου'κ εἰῶσι 20.139; ἐὰν οὐ φάσκῃ Lys.13.76; ἐάντε… οὐ (v.l. μή) φῆτε ἐάντε φῆτε Pl. Ap.25b):—with Participles: οὐκ ἐθέλων Il.4.224,300, 6.165, etc.:— with Adjectives: οὐκ ἀέκοντε 5.366, 768, al.; οὐ πολλήν Th.6.7, etc.:— with Adverbs: οὐχ ἥκιστα Id.1.68, etc.: rarely with Verbal Nouns (v. infr. 11.10).—On the use of οὐ in contrasts, v. infr. B.    II as negativing the whole sentence,    1 οὐ is freq. used alone, sts. with the ellipsis of a definite Verb, οὔκ (sc. ἀποκερῇ), ἄν γε ἐμοὶ πείθῃ Pl.Phd. 89b: sts. as negativing the preceding sentence, Ar.Pax850, X.HG1.7.19: as a Particle of solemn denial freq. with μά (q. v.) and the acc.; sts. without μά, οὐ τὸν πάντων θεῶν θεὸν πρόμον Ἅλιον S. OT660 (lyr.), cf. 1088 (lyr.), El.1063 (lyr.), Ant. 758.    2 with ind. of statement, τὴν δ' ἐγὼ οὐ λύσω Il.1.29, cf. 114,495; οὐ φθίνει Κροίσου φιλόφρων ἀρετά Pi.P.1.94; ἔνθα κεν οὔ τιν' ἀδάκρυτόν γ' ἐνόησας Ἀργείων Od.24.61; οὔ κεν… ἔπαξε Pi.N.7.25; οὐκ ἂν ὑπεξέφυγε Il.8.369.    3 with subj. in fut. sense, only in Ep., οὐ γάρ τίς με βίῃ γε ἑκὼν ἀέκοντα δίηται 7.197; οὐκ ἄν τοι χραίς μῃ κίθαρις 3.54, cf. 11.387.    4 with opt. in potential sense (without ἄν or κεν), also Ep., ὃ οὐ δύο γ' ἄνδρε φέροιεν 5.303, 20.286.    5 with opt. and ἄν, κείνοισι δ' ἂν οὔ τις… μαχέοιτο 1.271, cf. 301, 2.250, Hdt. 6.63, A.Pr.979, S.Aj.155 (anap.), E.IA310, Ar.Ach.403, etc.    6 in dependent clauses οὐ is used,    a with ὅτι or ὡς, after Verbs of saying, knowing, and showing, ἐκ μέν τοι ἐρέω… ὡς ἐγὼ οὔ τι ἑκὼν κατερύκομαι Od.4.377, cf. S.El.561, D.2.8, etc.: so with ind. or opt. and ἄν, ἀπελογοῦντο ὡς οὐκ ἄν ποτε οὕτω μωροὶ ἦσαν X.HG5.4.22, cf. Pl.R.330a; ὡς δὲ οὐκ ἂν δικαίως αὐτοὺς δέχοισθε μαθεῖν χρή Th.1.40, cf. X.Cyr.1.1.3, etc.: with opt. representing ind. in orat. obliq., ἔλεξε παιδὶ σῷ… ὡς… Ἕλληνες οὐ μενοῖεν A.Pers. 358, cf. S.Ph.346, Th.1.38, X.HG6.1.1, Pl.Ap.22b, etc.: for μή in such sentences, v. μή B. 3.    b in all causal sentences, and in temporal and Relat. sentences unless there is conditional or final meaning, χωσαμένη, ὅ οἱ οὔ τι θαλύσια… ῥέξε Il.9.534; ἄχθεται ὅτι οὐ κάρτα θεραπεύεται Hdt.3.80; διότι οὐκ ἦσαν δίκαι, οὐ δυνατοὶ ἦμεν παρ' αὐτῶν ἃ ὤφειλον πράξασθαι Lys.17.3; μή με κτεῖν', ἐπεὶ οὐχ ὁμογάστριος Ἕκτορός εἰμι Il.21.95, etc.; νῦν δὲ ἐπειδὴ οὐκ ἐθέλεις... εἶμι Pl.Prt. 335c; ἐπειδὴ τὸ χωρίον οὐχ ἡλίσκετο Th.1.102; νηπιάχοις οἷς οὔ τι μέλει πολεμήϊα ἔργα Il.2.338, etc.: in causal relative sentences, οἵτινές σε οὐχὶ ἐσώσαμεν Pl.Cri.46a; esp. in the combinations, οὐκ ἔστιν ὅστις οὐ... as οὐκ ἔστ' ἐραστὴς ὅστις οὐκ ἀεὶ φιλεῖ E.Tr.1051, cf. Hec.298; οὔτις ἔσθ' ὃς οὔ S.Aj.725; οὐδείς ἐστιν ὅστις οὐIsoc. 15.180.    c after ὥστε with ind. or opt. with ἄν, ὥστ' οὐ δυνατόν σ' εἵργειν ἔσται Ar.V.384, cf. S.Aj.98, OT411; οὕτως αὐτοὺς ἀγαπῶμεν… ὥστε… οὐκ ἂν ἐθελήσαιμεν Isoc.8.45; οὐκ ἂν ὡρκίζομεν αὐτὸν ὥστε τῆς εἰρήνης ἂν διημαρτήκει καὶ οὐκ ἂν ἀμφότερ' εἶχε D.18.30: ὥστε οὐ with inf. is almost invariably due to orat. obliq., ὥστ' οὐκ αἰσχύνεσθαι (for οὐκ αἰσχύνονται) Id.19.308, cf. Th.5.40, 8.76, Lys.18.6, Is.11.27 (cj. Reiske).—Rarely not in orat. obliq., S.El.780, E. Ph.1358, Hel.108, D.53.2,9.48.    7 in a conditional clause μή is necessary, except,    a in Hom., when the εἰ clause precedes the apodosis and the verb is indic., εἰ δέ μοι οὐκ ἐπέεσσ' ἐπιπείσεται Il. 15.162, cf. 178, 20.129, 24.296, Od.2.274, Il.4.160, Od.12.382, 13.144 (9.410 is an exception).    b when the εἰ clause is really causal, as after Verbs expressing surprise or emotion, μὴ θαυμάσῃς, εἰ πολλὰ τῶν εἰρημένων οὐ πρέπει σοι Isoc.1.44; κατοικτῖραι... εἰ… οὐδεὶς ἐς ἑκατοστὸν ἔτος περιέσται Hdt.7.46, cf. S.Aj.1242; so also δεινὸν γὰρ ἂν εἴη πρῆγμα, εἰ Σάκας μὲν καταστρεψάμενοι δούλους ἔχομεν, Ἕλληνας δὲ οὐ τιμωρησόμεθα Hdt.7.9, cf. And.1.102, Lys.20.8 (prob.), D.8.55; οὐκ αἰσχρόν, εἰ τὸ μὲν Ἀργείων πλῆθος οὐκ ἐφοβήθη τὴν Λακεδαιμονίων ἀρχήν, ὑμεῖς δ' ὄντες Ἀθηναῖοι βάρβαρον ἄνθρωπον… φοβήσεσθε ; Id.15.23, cf. Hdt.5.97, Lys.22.13.    c when οὐ belongs closely to the next word (v. A. I), or is quoted unchanged, εἰ, ὡς νῦν φήσει, οὐ παρεσκευάσατο D.54.29 codd.; εἰ δ' οὐκέτ' ἐστί (sc. ὥσπερ λέγεις), τίνι τρόπῳ διεφθάρη ; E.Ion347.    8 οὐ is used with inf. in orat. obliq., when it represents the ind. of orat. recta, φαμὲν δέ οἱ οὐ τελέεσθαι Od.4.664, cf. Il.17.174, 21.316, S.Ph.1389, etc.; λέγοντες οὐκ εἶναι αὐτόνομοι Th.1.67, cf. Pl.R.348c, X.Cyr.1.6.18; οἶμαι… οὐκ ὀλίγον ἔργον αὐτὸ εἶναι Pl.R.369b, cf. S.OT1051, Th.1.71, etc.; ἡγήσαντο ἡμᾶς οὐ περιόψεσθαι ib.39. (For the occasional use of μή, v. μή B. 5c; sts. we have οὐ and μή in consecutive clauses, οἶμαι σοῦ κάκιον οὐδὲν ἂν τούτων κρατύνειν μηδ' ἐπιθύνειν χερί S.Ph.1058sq.; αὐτὸ ἡγοῦμαι οὐ διδακτὸν εἶναι μηδὲ… παρασκευαστόν Pl.Prt.319b.)    9 οὐ is used with the part., when it can be resolved into a finite sentence with οὐ, as after Verbs of knowing and showing, τὸν κατθανόνθ' ὁρῶντες οὐ τιμώμενον E.Hec.316; κατενόησαν οὐ πολλοὺς τοὺς Θηβαίους ὄντας Th.2. 3; ἔργῳ δηλώσω οὐ παραγενόμενος Antipho2.4.8, etc.; or into a causal sentence, τῶν βαρβάρων οἱ πολλοὶ ἐν τῇ θαλάσσῃ διεφθάρησαν νέειν οὐκ ἐπιστάμενοι Hdt.8.89; τὴν Μένδην πόλιν ἅτε οὐκ ἀπὸ ξυμβάσεως ἀνοιχθεῖσαν διήρπασαν Th.4.130; or into a concessive sentence, δόξω γυναῖκα καίπερ οὐκ ἔχων ἔχειν E.Alc.352, cf. S.Ph.377, etc.: regularly with ὡς and part., ὡς οὐχὶ συνδράσουσα νουθετεῖς τάδε Id.El.1025, etc.; ἐθορυβεῖτε ὡς οὐ ποιήσοντες ταῦτα Lys.12.73, cf. S.Ph.884, Aj. 682, Hdt.7.99, Th.1.2,5,28,68,90; ὥσπερ οὐ πάντας τούτῳ τῷ τεκμηρίῳ χρωμένους Lycurg.90, cf. Th.8.1, Isoc.4.11:—for exceptions, v. μή B. 6.    b when the part. is used with the Art., μή is generally used, unless there is a distinct reference to a fact, when οὐ is occasionally found, ἡμεῖς δὲ ἀπὸ τῆς οὐκ οὔσης ἔτι [πόλεως] ὁρμώμενοι Th.1.74; τοὺς ἐν τῇ πόλει οὐδὲν εἰδότας Id.4.111; οἱ οὐκ ἐθέλοντες Antipho 6.26; τῶν οὐ βουλομένων And.1.9; τοὺς οὐδὲν ἀδικοῦντας ἀκρίτους ἀπέκτειναν Lys.12.82, cf. τὸν οὐδὲ συμπενθῆσαι τὰς τῆς πατρίδος συμφορὰς τολμήσαντα (preceded by τὸν… μήτε ὅπλα θέμενον ὑπὲρ τῆς πατρίδος μήτε τὸ σῶμα παρασχόντα κτλ.) Lycurg.43; τὸ οὐχ εὑρημένον Pl.R.427e.    10 Adjectives and abstract Substantives with the article commonly take μή (v. μή B. 7) but οὐ is occasionally used, τὰς οὐκ ἀναγκαίας πόσεις X.Lac.5.4; τοὺς οὐδένας E.IA371; τὸν οὐδέν Id.Ph.598 (whereas ὁ μηδείς, τὸ μηδέν is the rule); τὴν τῶν γεφυρῶν οὐ διάλυσιν the non- dissolution of the bridges, the fact of their notbeing broken up, Th.1.137; ἡ οὐ περιτείχισις Id.3.95; ἡ τῶν χωρίων οὐκ ἀπόδοσις Id.5.35, cf.E. Hipp.196 (anap.); so without the article, ἐν οὐ καιπῷ Id.Ba.1287; οὐ πάλης ὕπο ib.455.    11 for οὐ μή, v. sub voc.    12 in questions οὐ ordinarily expects a positive answer, οὔ νυ καὶ ἄλλοι ἔασι; Il.10.165; οὐχ ὁράᾳς; dost thou not see? Od.17.545; οὐκ… ᾐσθόμην ; A.Pr.956: so as a strong form of imper., οὐκ ἀπαλλάξει ; E.Ion524; οὐκ ἀποκτενεῖτε τὸν μιαρὸν τοῦτον ἄνθρωπον ; Din.1.18; οὐκ εἶ καταπιὼν Εὐριπίδην ; Ar.Ach.484; βάλλε, βάλλε folld. by οὐ βαλεῖς; οὐ βαλεῖς; ib.281 and 283, cf. S.Ant.885: also with opt. and ἄν, οὐκ ἂν δὴ τόνδ' ἄνδρα μάχης ἐρύσαιο( = ἔρυσαι) ; Il.5.456; οὐκ ἂν φράσειας( = φράσον) ; S.Ph.1222; but in questions introduced by οὐ δή, οὐ δή του, οὔ που, οὔ τί που, a doubt is implied of the statement involved, and an appeal is made to the hearers, οὐ δή ποθ' ἡμῖν ξυγγενὴς ἥκεις ποθέν; surely you are not…? Id.El.1202, cf. Ph.900; οὔ τί που οὗτος Ἀπόλλων; Pi.P.4.87, cf. S.Ph.1233, E.IA670, Hel.135, Ion1113, Ar.Ra.522, 526.    B POSITION. οὐ is generally put immediately before the word which it negatives, οὐκ ἐκεῖνον ἐθεώμην.—ἀλλὰ τίνα μήν ; ἔφη ὁ Τιγράνης X.Cyr.3.1.41; οὐχ αἱ τρίχες ποιοῦσιν αἱ λευκαὶ φρονεῖν Men.639; οὐ διὰ τὸ μὴ ἀκοντίζειν οὐκ ἔβαλον αὐτὸν ἀλλὰ διὰ τὸ μηδενὶ ὑπὸ τὸ ἀκόντιον ὑπελθεῖν Antipho 3.4.6: in Poetry the position is freq. more free, κίνδυνος ἄναλκιν οὐ φῶτα λαμβάνει Pi.O.1.81; οὐ ψεύδεϊ τέγξω λόγον ib. 4.19; κατακρύπτει δ' οὐ κόνις ib.8.79; χρὴ πρὸς θεὸν οὐκ ἐρίζειν Id.P. 2.88: sts. emphatically at the end of the clause, καὶ τοὶ γὰρ αἰθοίσας ἔχοντες σπέρμ' ἀνέβαν φλογὸς οὔ Id.O.7.48; ταρβήσει γὰρ οὔ S.Aj.545: in clauses opposed by μέν and δέ the οὐ (or μή) is freq. placed at the end, βούλονται μέν, δύνανται δ' οὔ Th.6.38; οὗτος δ' ἦν καλὸς μέν, μέγας δ' οὔ X.An.4.4.3; ἔδοξέ μοι ὁ ἀνὴρ δοκεῖν μὲν εἶναι σοφὸς... εἶναι δ' οὔ Pl.Ap.21c; so τὸ Πέρσας μὲν λέληθε, ἡμέας μέντοι οὔ Hdt.1.139: freq. with ὁ μὲν… ὁ δέ, οὐ πάσας χρὴ τὰς δόξας τιμᾶν, ἀλλὰ τὰς μέν, τὰς δ' οὔ Pl.Cri.47a, cf. Ap.24e, R.475b, etc.; Λέριοι κακοί, οὐχ ὁ μέν, ὃς δ' οὔ Phoc.1: sts. in the first clause after μέν, οἱ δὲ στρατηγοὶ ἐξῆγον μὲν οὔ, συνεκάλεσαν δέ X.An.6.4.20, cf. 4.8.2, Cyr.1.4.10, Pl.Phd.73b; κατώρα πᾶν μὲν οὒ τὸ στρατόπεδον Hdt.7.208.    C ACCUMULATION. A simple neg. (οὐ or μή) is freq. repeated in composition with Prons., Advbs., or Conjs., as οὐδείς or μηδείς, οὐδέ or μηδέ, οὐδαμῶς or μηδαμῶς, first in Hom., οὔ μιν ὁΐομαιοὐδὲ πεπύσθαι λυγρῆς ἀγγελίης Il.17.641; ἀλλ' οὔ μοι Τρώων τόσσον μέλει ἄλγος ὀπίσσω οὔτ' αὐτῆς Ἑκάβης οὔτε Πριάμοιο ἄνακτος 6.450; οὐκ ἔστιν οὐδὲν κρεῖσσον οἰκείου φίλου E.Andr.986: the first neg. may be a compd., καθεύδων οὐδεὶς οὐδενὸς ἄξιος οὐδὲν μᾶλλον τοῦ μὴ ζῶντος Pl. Lg.808b; οὐδενὶ οὐδαμῇ οὐδαμῶς οὐδεμίαν κοινωνίαν ἔχει Id.Prm.166a (similarly with μή, Phdr.236e): or a neg. Adj., ἀδύνατος οὐδὲν ἄλλο πλὴν λέγειν μάτην E.Andr.746; οὐ follows the compd. neg., οὐδ' εἰ πάντες ἔλθοιεν Πέρσαι, πλήθει γε οὐχ ὑπερβαλοίμεθ' ἂν τοὺς πολεμίους X. Cyr.2.1.8; οὐδ' ἂν ἡ πόλις ἄρα (ὅπερ ἄρτι ἐλέγομεν ) ὅλη τοιοῦτον ποιῇ, οὐκ ἐπαινέσῃ Pl.R.426b, cf. Smp.204a: sts. a confirmative Particle accompanies the first οὐ or οὐδέ, and the neg. is repeated with emphasis, οὐδὲ μὲν οὐδέ μ' ἔασκες Il.19.295; οὐδὲ γὰρ οὐδὲ Δρύαντος υἱὸς… δὴν ἧν 6.130, v. οὐδέ C. 11; οὐ μέντοι οὐδὲ αὖ ὡς σύ μοι δοκεῖς οἴεσθαι Pl.Prt.332a: so also in Trag. and Att. without any such Particle, οὐ σμικρός, οὔχ, ἁγὼν ὅδε not small, no, is this struggle, S.OC587; θεοῖς τέθνηκεν οὗτος, οὐ κείνοισιν, οὔ Id.Aj.970, cf.Ar.Ra.28, 1308, X.Smp. 2.4, Pl.R.390c.    2 when the compd. neg. precedes and the simple neg. follows with the Verb, the opposing negs. produce an emphatic positive, οὐδεὶς ἀνθρώπων ἀδικῶν τίσιν οὐκ ἀποτείσει Orac. ap. Hdt.5.56; γλώσσης κρυφαῖον οὐδὲν οὐ διέρχεται S.Fr.935 (but prob. f.l.); οὐδεὶς οὐκ ἔπασχέ τι X.Smp.1.9.    3 similarly each of two simple negs. may retain its negating force, ὥσπερ οὐ διὰ πρᾳότητα καὶ ἀσχολίαν τὴν ὑμετέραν οὐ δεδωκὼς ὑμῖν δίκην Lys.6.34; ἐγὼ δ' οὐκ οἶμαι… οὐ δεῖν ὑμᾶς ἀμύνεσθαι Id.13.52 (similarly with μή, D.19.77): sts. a combination of a μέν-clause with a δέ-clause containing οὐ is negatived as a whole by a preceding οὐ, e.g. οὐ γὰρ δήπου Κτησιφῶντα μὲν δύναται διώκειν δι' ἐμέ, ἐμὲ δέ, εἴπερ ἐξελέγξειν ἐνόμιζεν, αὐτὸν οὐκ ἂν ἐγράψατο Id.18.13.    D PLEONASM OF οὐ: after Verbs of denying, doubting, and disputing, folld. by ὡς or ὅτι with a finite Verb, οὐ is inserted to show the neg. character of the statement, where in Engl. the neg. is not required, ὡς μὲν οὐκ ἀληθῆ ταῦτ' ἐστὶν οὐκ ἔχετ' ἀντιλέγειν D.8.31, cf. Th.1.77, X.HG2.3.16, Smp.2.12, Isoc.5.57, etc.; οὐδεὶς ἂν τολμήσειεν ἀντειπεῖν ὡς οὐ τὴν μὲν ἐμπειρίαν μᾶλλον τῶν ἄλλων ἔχομεν Id.6.48, cf. And.4.34, D.16.4, etc.; οὐκ ἂν ἀρνηθεῖεν ἔνιοι ὡς οὐκ εἰσὶ τοιοῦτοι Id.9.54; ἀρνεῖσθαι ὅτι οὐ παρῆν X.Ath.2.17; οὐδ' αὐτὸς ὁ Λάμπις ἔξαρνος ἐγένετο ὡς οὐκ εἴη εἰρηκὼς κτλ. D.34.49; ἀμφισβητεῖν ὡς οὐχὶ… δοτέον δίκην Pl.Euthphr.8c, cf. R.476d, Prm.135a; ἀπιστεῖν ὅτι οὐId.Men.89d; ἀνέλπιστον καταστῆσαί τισιν ὡς οὐκ ἔσται μεταγνῶναι Th. 3.46: οὐ is sts. thus used in the second member of a negative comparative sentence, ἥκει ὁ Πέρσης οὐδέν τι μᾶλλον ἐπ' ἡμέας ἢ οὐ καὶ ἐπ' ὑμέας Hdt.4.118, cf. 5.94, 7.16.γ, Th.2.62,3.36: after πλήν, X.Lac. 15.6, D.18.45.    E OMISSION OF οὐ: οὐ is sts. omitted, esp. by Poets, when it may be supplied from the next clause, γῆ δ' οὐδ' ἀὴρ οὐδ' οὐρανὸς ἦν Ar.Av.694; σιδήρῳ οὐδ' ἀργύρῳ χρέωνται οὐδέν Hdt.1.215; ῥοδιακὴ οὖς οὐδὲ πυθμένα οὐκ ἔχουσα Inscr.Délos 313a84 (iii B. C.).    F in Poetry, if stands before οὐ, the two sounds coalesce into one syllable, as in ἦ οὐχ Il.5.349, cf. Od.1.298; so, in Att., μὴ οὐ S. OT283, etc., and ἐγὼ οὔτε ib.332, ἐγὼ οὐ Ar.Eq.340.—This synizesis is general in Ep., universal in Att.    G FORM. οὐ is used before consonants (including the digamma, e.g. before ἕθεν, οἱ, e(, Il.1.114, 2.392, 24.214, but not before ὅς Possess., οὐχ ᾧ πατρί Od.13.265, cf. οὐκ ἐπέεσσι Il.15.162, etc.); οὐκ before vowels with spir. lenis, οὐχ before vowels with spir. asper; in our text of Hdt. οὐκ is used before all vowels (prob. because Hdt. had no spir. asper): the Ep. form οὐκί [ῐ] is used by Hom. mostly at the end of a clause and at the close of the verse, ὅς τ' αἴτιος ὅς τε καὶ οὐκί Il.15.137; ἠὲ καὶ οὐκί 2.238,300,al.; but in the middle of a verse, 20.255; οὐχί [ῐ] is found twice in Hom., Il.15.716, 16.762, and is common in Trag., where it is freq. employed like οὔ emphatic (supr. B), τί δ' οὐχί ; A.Ag.273,Fr.310; πῶς δ' οὐχί ; Id.Supp.918, Ar.Pax 1027; ἐμὸς μὲν οὐχί E.IA859: also in Prose, Th.1.120,al., 1 Ep.Cor. 5.12, etc.: the diphthong is genuine and always written ου (ουκ, ουδε, etc.) in early Inscrr., IG12.10.22, etc.; in iv B.C. rarely written οκ, ib. 22.1635.112,116,121; οὐ abbreviated ο, Suid.s.v. Φιλοξένου γραμμάτιον.    H ACCENTUATION. οὐ is oxytone acc. to Hdn.Gr.1.494 (text doubtfulin 504): Arist.SE166b6, referring to Il.23.328 τὸ μὲν ου (i.e. οὐ = οὒ) καταπύθεται ὄμβρῳ, says λύουσι… τῇ προσῳδίᾳ λέγοντες τὸ ου ὀξύτερον (i.e. οὗ), cf. 178b3. In codd. the word is written oxytone when folld. by a pause (v. supr. B), and is usu. written without any accent in other cases.    I οὐ in connection with other Particles will be found in alphabetical order, οὐ γάρ, οὐ μή, etc.—The corresponding forms of μή should be compared.

German (Pape)

[Seite 406] vor einem Vocal mit dem Spiritus lenis οὐκ, vor einem Vocal mit dem Spiritus asper ο ὐ χ (vgl. auch οὐχί u. οὐκί), Verneinungswort, nicht, im Ggstz von μή objectiv, eine Thatsache verneinend, Etwas als nicht vorhanden bezeichnend, was freilich auch eine Vorstellung, ein Gedanke sein kann; also in aussagenden Sätzen c. indic., von Hom. an überall und keiner Beispiele bedürfend; auch c. optat. pot., οὐ γάρ κεν ῥύσαιτό σ' ὑπὲκ κακοῦ, Od. 12, 107, denn dies ist nur ein gemilderter Ausdruck für οὐ ῥύσεταί σε; wie etwa οὔ με μάλα ῥέα νικήσει, οὐδ' εἰ παγχάλκεος εὔχεται εἶναι, Il. 20, 101, vgl. οὔ κεν ἀλήϊος εἴη ἀνήρ, 9, 125; οὔ κε θανόντι περ ὧδ' ἀκαχοίμην, Od. 1, 236; 2, 249. – Eben so in Erklärungssätzen u. beschreibenden Zeit- u. Causalsätzen, nach ὅτε, ἐπεί, ἐπειδή u. ä. (vgl. μή, wo die Fälle aufgeführt sind, in welchen diese Verneinungspartikel gebraucht wird, so daß anzunehmen ist, daß in allen anderen Fällen οὐ steht). Bes. ist zu bemerken, daß zu λέγω, φημί u. ä., wie zu ἐάω, die Verneinungspartikel οὐ so hinzugesetzt wird, daß im Deutschen geradezu e i n Verbum »verneinen«, »leugnen«, »verweigern«, »verbieten« entspricht, Il. 5, 256. 7, 393 Od. 7, 239. So auch οὐκ ἀξιόω, Thuc. 1, 102. 2, 89; Xen. An. 2, 5, 12; daher in diesem Falle auch bei abhängigen int. οὐ steht, φησὶ δεῖν οὐδὲν τοιοῦτον προσφέρειν τῷ φαρμάκῳ, Plat. Phaed. 83 d, es wird als eine faktische Behauptung hingestellt, οὐδὲν δεῖ προσφέρειν. – Das Verbum fehlt zuweilen bei οὐ, bes. in Schwurformeln, οὐ τὸν πάντων θεῶν θεὸν πρόμον Ἅλιον, Soph. O. R. 680, u. sonst. – In Vrbdgn wie οὐ χερός, οὐ ποδός, οὔ τινος ἄρχων, Soph. Phil. 848, ist es auf das Verbum zu beziehen u. steht in keiner engern Vrbdg mit dem Nomen; so auch οὐ λόγοις τιμώμενα O. C. 62, κοὐ λόγῳ κακά Tr. 1035. – Adjectiva werden dadurch verneint u. ihr Begriff ins Gegentheil umgewandelt, οὐ πολὺν χρόνον μ' ἐπέσχον Soph. Phil. 348, ὄνειδος οὐ καλόν 475, χῶρον οὐχ ἁγνὸν πατεῖν O. C. 37, λέγεις γὰρ οὐκ ἀνεκτά Ant. 282; doch müssen sie immer durch einen einfachen, beschreibenden Relativsatz ausgedrückt werden können (vgl. μή 2 d); u. in demselben Falle bei Participien, ὁ μὲν λαβών, ὁ δ' οὐ λαβών, Ar. Eccl. 187; ξυνελθόντες μέν, ἀμύνεσθαι δ' οὐ τολμῶντες, Thuc. 1, 124; u. bei Adverbiis, πολλάκις τε κοὐχ ἅπαξ, Soph. O. R. 1275, oft οὐκ ἄνευ, οὐ πάνυ, keinesweges, οὐχ ἥκιστα, ganz besonders. – Besonders wird oft ein Gegensatz zwischen zwei Wörtern auf diese Weise hervorgehoben, τρέχω δὲ χερσίν, οὐ ποδωκίᾳ σκελῶν, Aesch. Eum. 37; οὐ προστρόπαιον χέρα, ἀλλ' ἀμβλὺν ἤδη, 228; οὗτος ἔφθιτ' οὐ καλῶς, ἀλλά νιν μήτηρ κατέκτα, 436; πόνον, οὐ χάριν ἀντιδίδωσιν ἔχειν, Soph. O. C. 231; ἥξοντα βαιοῦ κοὐχὶ μυρίου χρόνου, 398; so findet es sich auch wenn der Gegensatz nicht bestimmt ausgesprochen ist in den Sätzen, wo nach dem unter μή Bemerkten diese Partikel regelmäßig steht, εἰ δέ τοι οὐ δώσει, Il. 24, 296, d. i. wenn er dir nicht geben, verweigern wird, u. öfter bei dem schon bemerkten οὔ φημι, οὐκ ἐάω; vgl. noch μὴ δείσητε, ὡς οὐχ ἡδέως καθευδήσετε, Xen. Cyr. 6, 2, 30, unangenehm. (Nach θαυμάζω hat εἰ deswegen οὐ bei sich, weil es hier keine Bedingung, sondern eine Frage ausdrückt, vgl. εἰ u. μή.) – Ἀλλ' οὐ μέλλειν, ἀλλ' ἅπτεσθαι χρή, Ar. Eccl. 581. – Seltener ist eine Vrbdg, wie Thuc. 1, 137 ἡ τῶν γεφυρῶν οὐ διάλυσις, das Nichtabbrechen der Brücken, wie ἡ οὐ περιτείχισις 3, 95, vgl. 5, 50, geradezu Umschreibung für einen ganzen Satz, daß die Brücken in der That nicht abgebrochen wurden; ἡ οὐκ ἐπιμαρτύρησις S. Emp. adv. math. 7, 214 ff. – Sowohl das einfache οὐ wird in demselben Satze zweimal gesetzt, um nachdrücklicher zu verneinen, οὐ γὰρ ὀΐω οὔ σε θεῶν ἀέκητι γενέσθαι Od. 3, 27, οὐ μὲν ἀεργίης γε ἄναξ ἕνεκ' οὔ σε κομίζει 24, 251, Hes. O. 519, ὃς οὐκ ἐπειδὴ τῷδ' ἐβούλευσας δρᾶσαι τόδ' ἔργον οὐκ ἔτλης Aesch. Ag. 1617, νῦν ἐπὶ τῷδε νοσοῦντι οὐ πῦρ, οὐκ ἔγχος τις ὀνήσιμον οὐκ ἀποτρέψει Soph. Tr. 1010, als auch werden bes. verschiedene Verneinungswörter in einem Satze vereinigt, ohne sich aufzuheben; ist der Satz durch eine negative Conjunction eingeleitet, so werden regelmäßiger Weise alle adverbiale Orts-, Zeit- u. ähnliche Bestimmungen allgemeiner Art ebenfalls verneint, οὐκ ἦν ἀλέξημ' οὐδέν Aesch. Prom. 477, οὐκ οἶδεν οὐδείς Ag. 618, κοὐ στρατὸς οὐδαμῇ καθίστατο Pers. 376, οὐκ ἔμελλον ἄρα λείψειν οὐδέποτε Soph. Phil. 1072; u. in Prosa, vgl. z. B. οὐ μέντοι ἔφασαν ἀποθνησκειν οὐδένα Her. 2, 63; οὐδεὶς εἰς οὐδὲν οὐδενὸς ἂν ἡμῶν οὐδέποτε γένοιτο ἄξιος, Plat. Phil. 19 b; σμικρὰ φύσις οὐδὲν μέγα οὐδέποτε οὐδένα οὔτε ἰδιώτην, οὔτε πόλιν δρᾷ, Rep. VI, 495 b (vgl. auch ούδαμῶς, οὐδαμῆ u. ä.). – Anders sind Beispiele, wie οὐ νῦν ἐκεῖνοι παιόμενοι – οὐδ' ἀποθανεῖν δύνανται; Xen. An. 3, 1, 29, wo das erste οὐ die Frage einleitet, οὐδέ zu ἀπαθανεῖν allein gehört, können jene nicht, nicht einmal sterben? d. i. sie können nicht einmal sterben; vgl. οὐκ εἰς Πέρινθον – Ἀρίσταρχος ἡμᾶς οὐκ εἴα εἰσιέναι, verhinderte er uns nicht, 7, 6, 24. – In scharf hervorgehobenem Gegensatze steht es oft ohne Verbum am Ende des Satzes und wird dann accentuirt, συμβαίνει γὰρ οὐ τὰ μέν, τὰ δ' οὔ; Aesch. Prom. 788; ὁ μὲν γὰρ ἠφάνιστο, τυμβήρης μὲν οὔ, Soph. Ai. 255; ταρβήσει γὰρ οὔ, 541; καὶ τοὶ γὰρ αἰθοίσας ἔχοντες σπέρμ' ἀνέβαν φλογὸς οὔ, Pind. Ol. 7, 48; οἱ μὲν ἐνετύγχανον, οἱ δὲ καὶ οὔ, Xen. An. 5, 2, 17; τοῖς μὲν ἐδόκει βέλτιστον εἶναι καταμεῖναι, τοῖς δὲ πολλοῖς οὔ, 5, 6, 19. – Eben so wird es betont, wenn es allein steht, ohne Verbum, theils in der Antwort, οὔ, nein, Soph. O. R. 1040 Tr. 247 u. öfter, Ar. u. Plat., theils wenn es nach einem negativen Satze noch einmal allein steht und mit einem besonderen Nachdruck auch im Deutschen durch nein wiedergegeben werden kann, οὐκ ἔστ' ἄλυξις, οὔ, ξένοι, Aesch. Ag. 1272, vgl. οὔ, πρίν γε χώραν τήνδε κινδύνῳ βαλεῖν Spt. 1039; οὔκ, εἴπερ ἔσται γε, Ag. 1222; οὔ μοι δοκεῖ, ὦ Ἱππία, οὐκ, εἰ ταῦτά γε –, Plat. Hipp. mai. 292 b; θεοῖς τέθνηκεν οὗτος, οὐ κείνοισιν, οὔ, Soph. Ai. 649. – In der Frage drückt οὐ immer aus, daß man eine bejahende Antwort erwartet; es ist eigentlich nicht als Fragepartikel anzusehen, sondern die Frage wird, wie bei uns so oft, durch den bloßen Ton der Rede angedeutet, οὔ νυ καὶ ἄλλοι ἔασι; sind nicht auch andere? womit die Ansicht ausgesprochen ist, daß es wirklich noch Andere giebt, Il. 10, 165, vgl. 4, 242. 24, 33, öfter; οὐ τοῦτο δειμαίνεις πλέον; Aesch. Prom. 41, vgl. Pers. 784 Eum. 121, öfter; οὐκ ἐρεῖς; Soph. Phil. 730; οὐκ εἶ πάλιν; 963; oft mit γάρ verbunden, wie Ar. Av. 611. 1526 u. in Prosa überall. Auch allein u. am Ende der Frage stehend u. dann accentuirt, θανουμένη γὰρ ἐξῄδ η, τί δ ' οὔ; Soph. Ant. 456; πῶς γὰρ οὐχ; Ai. 989. – Nicht selten steht es in diesem Falle dem Worte nach, zu dem es eigentlich gehört, wonach gefragt wird, vgl. Plat. Conv. 202 c Rep. IX, 590 a. – Das fut. mit οὐ steht oft so frageweise für den imperat., οὐ σῖγ' ἀνέξει; wirst du nicht schweigen? d. i. schweige. Soph. Ai. 75, vgl. Phil. 975 Tr. 1183. Doch findet sich auch außer der Frage οὐ φήσεις, du wirst das nicht sagen, für den imperat., wenn das Verbot so ausgesprochen wird, daß man die feste Ueberzeugung zugleich mit ausdrückt, es könne und werde nicht dagegen gehandelt werden. – Aehnlich der optat. aor. wit ἄν, οὐκ ἂν δὴ τόνδ' ἄνδρα μάχης ἐρύσαιο; den Befehl mildernd, Il. 5, 456, möchtest du nicht zurückhalten? vgl. 24, 263; u. so auch bittend, Od. 7, 22. 22, 132. – In einzelnen Fällen erscheint uns οὐ überflüssig (vgl. aber μή u. μὴ οὐ). Auch nach einem compar. wird es zuweilen gesetzt, wo wir es nicht übersetzen, οὐδὲν μᾶλλον Αἰολεῦσι ἢ οὐ καὶ σφί, Her. 5, 94, vgl. 7, 16, 3; πόλιν ὅλην διαφθεῖραι μᾶλλον ἢ οὐ τοὺς αἰτίους, Thuc. 3, 36, vgl. 2, 62. – Ueber οὐ für οὐ μά mit einem accus. in verneinender Betheuerung s. Koen Greg. Cor. p. 257. – Ἔ οὐκ, μὴ οὐ werden bei den Dichtern immer in eine Sylbe verschmolzen, so auch ἐγὼ οὐ.]

French (Bailly abrégé)

dev. une voy. οὐκ, dev. une voy. avec esprit rude οὐχ;
nég. : non, ne, ne… pas;
1 s’emploie pour nier un fait (p. opp. à μή qui sert à nier une possibilité) • dev. un subst.τῶν γεφυρῶν οὐ διάλυσις THC la non-rupture, càd le maintien des ponts ; • dev. un adj. : οὐ πολὺν χρόνον SOPH non pendant longtemps ; • dev. un adv. : οὐ μάλα XÉN non tout à fait ; οὐχ ἧσσον THC non moins ; • avec un verbe : τὴν δ’ ἐγὼ οὐ λύσω IL je ne la relâcherai pas ; • οὔ φημι IL je ne dis pas oui, càd je nie ; • οὐκ ἐῶ ATT je défends, je retiens, j’empêche ; • οὐκ ἐθέλω IL, ATT je refuse ; • οὐκ ἀξιῶ THC je désapprouve;
2 peut être répété dans une même propos. quand on veut marquer fortement la négation : οὐ γὰρ ὀΐω, οὔ σε θεῶν ἀέκητι γενέσθαι OD je ne pense pas, assurément pas, que tu sois né malgré les dieux ; οὐ μὰ Δί’, οὐκ XÉN non par Zeus, non certes ; de même οὐ peut être suivi dans une même propos. d’un ou plus. autres mots négatifs : οὐκ ἔστιν οὐδείς SOPH il n’y a personne ; οὐ σ’ ἐγείνατ’ οὔτ’ ἐκεῖνος οὔτ’ ἐγώ SOPH ce n’est pas lui ni moi qui t’avons engendré;
3 οὐ est qqf ajouté par pléonasme dans la propos. qui suit un verbe impliquant une idée négative (douter, nier, réfuter, etc.) : ἐὰν ἀμφισβητῇ ὡς οὐκ ἀληθῆ λέγομεν PLAT s’il doute que nous disions la vérité ; dans la propos. annoncée paraprès le comparatif μᾶλλον : ἥκει γὰρ ὁ Πέρσης οὐδέν τι μᾶλλον ἐπ’ ἡμέαςοὐ καὶ ἐπ’ ὑμέας HDT car le Perse n’est pas venu plus contre nous que contre vous;
4 οὐ se rencontre qqf sans verbe dans les formules de serment : οὐ τὸν Ὄλυμπον SOPH non, par l’Olympe ; dans la seconde des deux propos. marquant une alternative par opposition : σκόπει εἰ…, ἢ οὔ PLAT examine si… ou non;
5 οὐ forme avec d’autres particules diverses locutions : • οὐκ ἄρα, non certes, non en vérité ; • οὐ γάρ, car ne… pas, certes en effet ne… pas ; dans les propos. interrog. : • οὐ γάρ ; n’est-ce pas ? • οὐ γὰρ ἀλλά, non car…, loin de là (οὐ γάρ impliquant la négation de ce qui vient d’être dit et ἀλλά la raison de cette négation) : οὐ γὰρ ἄν SOPH non en effet, certes non, vraiment non ; • οὐ γὰρ ἄν γε, m. sign. ; • οὐ γὰρ ἄν ποτε, certes non, jamais, jamais en effet ; • οὐ γὰρ ἄν που, certes non, en aucune façon ATT ; • οὐ γὰρ δή, • οὐ γὰρ δή που, • οὐ γὰρ δή γε, m. sign. ATT ; • οὐ γὰρ οὖν, car d’après cela non certes ATT ; • οὐ γάρ τοι, car certes non OD ; • οὐ δή, non certes, vraiment non ATT ; avec interrog. est-ce que vraiment ne… pas ? • οὐ δή που γε, non certes ATT ; • οὐ δήπουθεν, m. sign. ATT ; • οὐ δήτα, non certes, pas du tout ATT ; • οὐ θήν, non certes ; • οὐ μέν, • οὐ μὲν οὖν ou • οὐμενοῦν, véritablement pas, assurément pas (v. μέν) ; • οὐ μέντοι, assurément pas, certes pas ; p. oppos. à une propos. précéd. cependant pas, pourtant pas ; • οὐ μέντοι ἀλλά, mais cependant ; dans les propos. interrog. vraiment… pas ? ne… pas ? • οὐ μή, locut. ellipt. pour οὐ φόβος (ἐστί) μή ou οὐ δεινόν (ἐστι) μή, il n’y a pas à craindre que, il n’y a pas de danger que : οὐ μή ποτε ὑμῖν Πελοποννήσιοι ἐς τὴν χώραν ἐσβάλωσιν THC il n’y a pas à craindre que les Péloponnésiens se jettent jamais sur votre territoire ; οὐ μὴ παύσωμαι φιλοσοφῶν PLAT il n’y a pas de danger que je cesse de philosopher ; particul. pour dissuader d’une manière adoucie : οὐ μὴ δυσμενὴς ἔσει φίλος EUR il n’y a pas à craindre que tu sois mal disposé pour des amis, càd ne sois pas malveillant pour des amis ; • οὐ μήν, véritablement pas, certainement pas : οὐ μὴν οὐδέ THC pas du tout en vérité ; sur οὐ μὴν ἀλλά, v. ἀλλά ; • οὔ νυ, non certes ; • οὔ περ (v. περ) ; • οὐχ ὅπως (v. ὅπως) ; • οὐχ ὅτι, locut. ellipt. p. οὐ λέγω ὅτι, je ne dis pas que, mais même aussi, càd non seulement…, mais encore : καὶ οὐχ ὅτι ὁ Κρίτων ἐν ἡσυχίᾳ ἦν, ἀλλὰ καὶ οἱ φίλοι αὐτοῦ XÉN et non seulement Criton était en paix, mais même aussi ses amis ; ou je ne dis pas que, mais pas même : οὐχ ὅτι ἐν τῇ Εὐρώπῃ, ἀλλ’ οὐδέ THC non seulement en Europe, mais pas même, etc.
Étymologie: cf. zend ava.

English (Autenrieth)

(q. v.), before vowels οὐκ, or, if aspirated, οὐχ: not, no, the adv. of objective negation, see μή. οὐ may be used w. the inf. in indirect discourse, Il. 17.174; in a condition, when the neg. applies to a single word or phrase and not to the whole clause, εἰ δέ τοι οὐ δώσει, ‘shall fail to grant,’ Il. 24.296 . οὐ (like nonne) is found in questions that expect an affirmative answer. οὔτι, ‘not a whit,’ ‘not at all,’ ‘by no means,’ so οὐ πάμπαν, οὐ πάγχυ, etc. οὐ may be doubled for emphasis, Od. 3.27 f.

English (Slater)

οὐ (
   1 οὔ (O. 7.48) : κοὐ (P. 4.151) )
   1 negatives vb., sent.
   a οὐκ ἐδυνάσθη (O. 1.56) ἀλλ' οὐ καλὰ δένδρἐ ἔθαλλεν χῶρος (O. 3.23) οὔ μιν διώξω (O. 3.45) οὐ ψεύδει τέγξω λόγον (O. 4.17) ἀλλά μιν οὐκ εἴασεν (O. 7.61) κατακρύπτει δ' οὐ κόνις συγγόνων κεδνὰν χάριν (O. 8.79) θάνατον αἰπὺν οὐκ ἐξέφυγεν (O. 10.42) Νέμεά τ' οὐκ ἀντιξοεῖ (O. 13.34) σαφὲς οὐκ ἂν εἰδείην λέγειν (O. 13.46) οὐ ψεύσομ (O. 13.52) οὐ χρὴ (O. 13.94) οὐ φθίνει (P. 1.94) οὔ οἱ μετέχω θράσεος (P. 2.83) οὐκ ἔμειν (P. 3.16) οὐχ ἅπτεται (P. 3.29) τὰ μὲν ὦν οὐ δύνανται (P. 3.82) οὐκ ἐς μακρὸν ἔρχεται (P. 3.105) τὸν μὲν οὐ γίνωσκον (P. 4.86) “οὐ πρέπει” (P. 4.147) οὐκ ἐόλει (P. 4.233) οὐκ ἀπέριψεν (P. 6.37) τὰ δ' οὐκ ἐπ ἀνδράσι κεῖται (P. 8.76) τί δέ τις; τί δ' οὔ τις; (P. 8.95) “οὐ κεχείμανται” (P. 9.32) οὐκ ἀποδαμεῖ (P. 10.37) οὐ φαίνεται (P. 12.29) οὐκ ἔραμαι (N. 1.31) οὐκ ἐλεγχέεσσιν ἐμίανε (N. 3.15) τῶν οὐκ ἄπεσσι (N. 3.76) Γαδείρων τὸ πρὸς ζόφον οὐ περατόν (N. 4.69) οὐ νέοντ (N. 4.77) οὐκ ἀνδριαντοποιός εἰμ (N. 5.1) οὐ σπανίζει (N. 6.31) οὔ κεν ἔπαξε (N. 7.25) οὐκ ἔχω εἰπεῖν (N. 7.56) οὐκ ἀποβλάπτει (N. 7.60) οὐ μέμψεται (N. 7.64) χειρόνεσσι δ' οὐκ ἐρίζει (N. 8.22) ὦ Μέγα, τὸ δ' αὖτις τεὰν ψυχὰν κομίξαι οὔ μοι δυνατόν (N. 8.45) οὐκ ἔστι πρόσωθεν (Boehmer: οὐκέτι πόρσω, οὐκ ἔστι πρόσω codd.) (N. 9.47) οὐ θαῦμα σφίσιν ἐγγενὲς ἔμμεν (N. 10.50) οὐ γνώμᾳ διπλόαν θέτο βουλάν (N. 10.89) οὐχ ἕπεται (N. 11.43) οὐ φράζεται (I. 1.68) οὐκ ἐμέμφθη (I. 2.20) οὐ κατελέγχει (I. 3.14) οὐ φείσατο (I. 6.33) γλῶσσα δ' οὐκ ἔξω φρενῶν (I. 6.72) ἀλλ' οὔ σφιν ἄμβροτοι τέλεσαν εὐνὰν θεῶν πραπίδες (I. 8.30) οὐ κατέφθινε (I. 8.46) οὐ κατελέγχει (I. 8.65) οὐ ψεῦδος ἐρίξω fr. 11. οὐκ ἤθελεν (Pae. 4.28) οὐ τόλμα (Pae. 6.94) οὔ κεν ἐς ἀπλακ[ (Pae. 18.6) ο]κ ἐννέπει (supp. Snell) fr. 60. b. 15. οὐ λανθάνει fr. 75. 13. οὐ πέπαται fr. 105b. 2. ]κράνας ο[ὐ π]ρολείπει[ (supp. Lobel) Θρ. . 1. οὐκ ἔστιν fr. 134. οὐ φίλων ἐναντίον ἐλθεῖν (καὶ, καὶ οὐδὲ vv. ll.) fr. 229. οὐκ ἔλιπον fr. 236.
   b οὐκ ἀλλά (v. also ἀλλά). οὐ χθόνα ταράσσοντες ἀλλὰ (O. 2.63) οὐκ ἄτερ παίδων σέθεν, ἀλλ' ἅμα πρώτοις (O. 8.45) οὐχ ὑπέμεινεν ὄλβον ἀλλὰ (P. 2.26) “κοὔ με πονεῖ ἀλλὰ” (P. 4.151) ὃς οὐ ἀλλ (P. 5.27) (P. 5.76), (I. 1.26), (I. 4.49) οὕνεκεν οὔ σε παιηόνων ἄδορπον εὐνάξομεν, ἀλλ' κατερεῖς (Pae. 6.127)
   c οὐ γάρ. οὐ γὰρ ἦν πενταέθλιον, ἀλλ (I. 1.26) οὐ γὰρ φύσιν ὠαριωνείαν ἔλαχεν, ἀλλ (I. 4.49) οὐ γὰρ ἔσθ' ὅπως τὰ θεῶν βουλεύματ ἐρευνάσει fr. 61. 3. οὐ γὰρ εικ[ P. Oxy. 2442, fr. 68.
   d οὐ γε, qualifying subord. cl. πόρθησε τὸν μέγαν πολεμιστὰν ἔκπαγλον Ἀλκυονῆ, οὐ τετραορίας γε πρὶν δυώδεκα πέτρῳ ἕλεν (N. 4.28)
   2 combined with other neg. οὐ χθόνα ταράσσοντες ἐν χερὸς ἀκμᾷ οὐδὲ πόντιον ὕδωρ (O. 2.63) κλέπτει τέ μιν οὐ θεὸς οὐ βροτὸς (P. 3.30) αἰὼν δ' ἀσφαλὴς οὐκ ἔγεντ οὔτ Αἰακίδᾳ παρὰ Πηλεῖ οὔτε παῤ ἀντιθέῳ Κάδμῳ (P. 3.87) “οὔ τι οὐδὲ μὰν” (P. 4.87) πόνων δ' οὔ τις ἀπόκλαρός ἐστιν οὔτ ἔσεται (P. 5.54) οὔ μιν ἄλυξεν, οὐδὲ μὰν βασιλεὺς Γιγάντων (P. 8.16) Οὐλυμπίᾳ τε Θεόγνητον οὐ κατελέγχεις, οὐδὲ Κλειτομάχοιο νίκαν Ἰσθμοῖ (P. 8.37) ἄνευ σέθεν οὐ φάος, οὐ μέλαιναν δρακέντες εὐφρόναν τεὰν ἀδελφεὰν ἐλάχομεν (N. 7.3) ἀλλ' οὔ νιν φλάσαν οὐδ ἀνέχασσαν (N. 10.68) ἐν σχερῷ δ' οὔτ ὦν μέλαιναι καρπὸν ἔδωκαν ἄρουραι, δένδρεά τ οὐκ ἐθέλει ἄνθος εὐῶδες φέρειν (N. 11.40) ἁ Μοῖσα γὰρ οὐ φιλοκερδής πω τότ' ἦν οὐδ ἐργάτις (I. 2.6) οὐ γὰρ πάγος οὐδὲ προσάντηςκέλευθος γίνεται (I. 2.33) πόλις, ἅτις οὐ Πηλέος ἀίει κλέος ἥρωος οὐδ' ἅτις Αἴαντος Τελαμωνιάδα καὶ πατρός (I. 6.25) τῶν μὲν ὑπὸ στάθμᾳ νέμονται οὐ θέμιν οὐδὲ δίκαν ξείνων ὑπερβαίνοντες (I. 9.5) οὐ πενθέων δ' ἔλαχον, λτ;οὐγτ; στασίων (supp. et add. e Plutarcho et Σ pap. Blass) Πα.… κεῖνον οὐ σὴς οὐδὲ κὶς δάπτει fr. 222. 2. τὸ πεπρωμένον οὐ πῦρ οὐ σιδάρεον σχήσει τεῖχος fr. 232. στῆναι μὲν οὐ θέμις οὐδὲ παύσασθαι φορᾶς ?fr. 358.
   3
   a c. part. κόρος οὐ δίκᾳ συναντόμενος (O. 2.96) ἔργῳ τ' οὐ κατὰ εἶδος ἐλέγχων ἐξένεπε (O. 8.19) ἀνορέας δ' οὐκ ἀμπλακὼν (O. 8.67) βασιλεὺς οὐ φθονέων ἀγαθοῖς (P. 3.71) οὐκ ἐρίζων (P. 4.285) οὐκ ἀτιμάσαντα (P. 9.80) οὐ λαθὼν χρυσόθρονον Ἥραν (N. 1.37) καίπερ ἐφαμερίαν οὐκ εἰδότες οὐδὲ μετὰ νύκτας ἄμμε πότμος ἅντιν' ἔγραψε δραμεῖν ποτὶ στάθμαν (N. 6.6) ἐπεί τοι οὐκ ἐλινύσοντας αὐτοὺς ἐργασάμαν (I. 2.46) οὐκ ἐθελο[ Πα. 7B. 43. οὐκ ἰδυῖα fr. 182. καὶ τοὶ γὰρ αἰθοίσας ἔχοντες σπέρμ' ἀνέβαν φλογὸς οὔ (O. 7.48)
   b c. adj. ὁ μέγας δὲ κίνδυνος ἄναλκιν οὐ φῶτα λαμβάνει (O. 1.81) χόλον οὐ φατὸν (O. 6.37) οὐχ ἕτερον λιθίνα ψᾶφος ἔχει λόγον (O. 7.86) οὐ σκαιότερον χρῆμ' ἕκαστον (O. 9.104) μία δ' οὐχ ἅπαντας ἄμμε θρέψει μελέτα (O. 9.106) χάρμα δ' οὐκ ἀλλότριον νικαφορία πατέρος (P. 1.59) χόλος δ' οὐκ ἀλίθιος γίνεται παίδων Διός P.3.11. οὐκ ἀποδάμου Ἀπόλλωνος τυχόντος (P. 4.5) “οὐ ξείναν γαῖαν ἄλλων” (P. 4.118) “σέ, τὸν οὐ θεμιτὸν ψεύδει θιγεῖν” (P. 9.42) λαχόντες οὐκ ὀλίγαν δόσιν (P. 10.20) ἴσχει τε γὰρ ὄλβος οὐ μείονα φθόνον (P. 11.29) τὸ δὲ μόρσιμον οὐ παρφυκτόν (P. 12.30) θαμὰ δ' ἀλλοδαπῶν οὐκ ἀπείρατοι δόμοι ἐντί (N. 1.23) οὐκ ἀέκοντες ἄνθεσι μείγνυον (N. 4.21) πέφανται οὐκ ἄμμορος ἀμφὶ πάλᾳ κυναγέτας (N. 6.14) ἀναπνέομεν δ' οὐχ ἅπαντες ἐπὶ ἴσα (N. 7.5) οὐ ψεῦδιςμάρτυς ἔργμασιν ἐπιστατεῖ (N. 7.49) οὐ τραχύς εἰμι (N. 7.76) οὐ δυνατὸν ἐξελέγχειν (N. 10.45) ἁνία τ ἀλλοτρίαις οὐ χερσὶ νωμάσαντ (I. 1.15) οὐκ ἄγνωτ' ἀείδω (I. 2.12) οὐκ ἀγνῶτες (I. 2.30) ἄγει τ' ἀρετὰν οὐκ αἴσχιον φυᾶς (I. 7.22) ἔτλαν δὲ πένθος οὐ φατόν (I. 7.37) ἥβαν γὰρ οὐκ ἄπειρον (I. 8.70) ο]ὐκ αἰσχρὸν πάθοις[ Πα. 13. b. 6. ]τον οὐ ῥητ[ὸ]ν[ Πα. 17. a. 4. ἐχθρὰν ἔριν οὐ παλίγγλωσσον, ἀλλὰ Παρθ. 2. . λτ;οὐγτ; πολλὸς ἐν καιρῷ χρόνος” (οὐ add. Coraes: παῦρος pro πολλὸς coni. Schr.) fr. 168. 6. στρατὸς οὐκ ἀέκ[ων (supp. Lobel) fr. 169. 52. οὐκ ἄναλκις, ὡς τόσον ἀγῶνα δῦναι ?fr. 342.
   4 c. subs. πολλῶν ἐπέβαν καιρὸν οὐ ψεύδει βαλών (N. 1.18) θεράπων δέ οἱ, οὐ δράστας ὀπαδεῖ (P. 4.287) ἐν ἔργμασιν δὲ νικᾷ τύχα, οὐ σθένος fr. 38.
   5 c. adv.
   a ὄπιθεν οὐ πολλὸν (O. 10.36) οὐχ ὁμῶς (I. 3.6)
   b οὔ ποτε. ὁ χάλκεος οὐρανὸς οὔ ποτ' ἀμβατὸς αὐτῷ (P. 10.27) οὔ ποτ' ἀτρεκεῖ κατέβα ποδί (N. 3.41) τὸ δ' ἐμὸν οὔ ποτε φάσει κέαρ (N. 7.102)
   c οὐκ ἔτι (cf. οὐκέτι) ἀρχοὶ δ' οὐκ ἔτ ἔσαν Ταλαοῦ παῖδες, βιασθέντες λύᾳ (N. 9.14)
   6 c. prep., in meiosis. οὐκ ἄτερ παίδων σέθεν, ἀλλ (O. 8.45) ἇς οὐκ ἄτερ (P. 2.7) οὐκ ἄτερ τέχνας (P. 2.32) “οὐ κατ' αἶσαν” (P. 4.107) οὐ θεῶν ἄτερ, ἀλλὰ (P. 5.76) οὐ Χαρίτων ἑκάς (P. 8.21) αἰσιᾶν οὐ κατ' ὀρνίχων ὁδόν (N. 9.19) οὐκ ἄτερ Αἰακιδᾶν (I. 5.20) οὐ πὰρ σκοπόν fr. 6a. g.
   7 c. inf. χρὴ δὲ πρὸς θεὸν οὐκ ἐρίζειν (P. 2.88)
   8
   a οὔπω, v. πω.
   b οὔτοι, οὔ τοι. οὔτοι χαμαιπετέων λόγων ἐφάψεαι (O. 9.12) οὔ τοι ἅπασα κερδίων φαίνοισα πρόσωπον ἀλάθεἰ ἀτρεκές (N. 5.16) οὔτοι τετύφλωται μακρὸς μόχθος ἀνδρῶν, οὐδ' ὁπόσαι δαπάναι ἐλπίδων ἔκνιξ ὄπιν† (I. 5.58) οὔτοι με ξένον οὐδ' ἀδαήμονα Μοισᾶν ἐπαίδευσαν κλυταὶ Θῆβαι fr. 198a.
   c οὔ τις, (cf. οὔτις) πεῖρας οὔ τι θανάτου (O. 2.31), cf. (O. 12.7) πόνων δ' οὔ τις ἀπόκλαρός ἐστιν οὔτ ἔσσεται (P. 5.54) ἕτερον οὔ τινα οἶκον ἀπεφάνατο πυγμαχία λτ;πλεόνωνγτ; ταμίαν στεφάνων (N. 6.25) cf. τί δ' οὔ τις; (P. 8.95)
   d οὔ τί που. οὔ τί που οὗτος Ἀπόλλων, οὐδὲ μὰν” (P. 4.87)
   9 frag. οὐκ ἂν παρ[ Θρ. 2. 3.

English (Abbott-Smith)

οὐ, before a vowel with smooth breathing οὐκ, before one with rough breathing οὐχ (but improperly οὐχ ἰδού, Ac 2:7, WH, mg.; cf. WH, Intr., §409; M, Pr., 44, 244), [in LXX for אֵין ,אַיִן ,לֹא;] neg. particle,
not, no, used generally c. indic, and for a denial of fact (cf . μή);
1.absol. (accented), οὔ, no: Mt 13:29 Jo 1:21 21:5; οὒ οὕ, Mt 5:37 Ja 5:12.
2.Most freq. negativing a verb or other word, Mt 1:25 10:26, 38, Mk 3:25 9:37, Jo 8:29, Ac 7:5, Ro 1:16, Phl 3:3, al.; in litotes, οὐκ ὀλίγοι (i.e. very many), Ac 17:4, al.; οὐκ ἄσημος, Ac 21:39; πᾶς… οὐ, c. verb, (like Heb. כֹּל… לֹא), no, none, Mt 24:22, Mk 13:20, Lk 1:37, Eph 5:5, al.; in disjunctive statements, οὐκἀλλά, Lk 8:52 Jo 1:33 Ro 8:2o, al.; c. 2 pers. fut. (like Heb. לֹא, c. impf.), as emphatic prohibition, Mt 4:7, Lk 4:12, Ro 7:7, al.
3.With another negative,
(a)strengthening the negation: Mk 5:37, Jo 8:15 12:19, Ac 8:39, al.;
(b)making an affirmative: Ac 4:20, I Co 12:15.
4.With other particles: οὐ μή (v.s. μή); οὐ μηκέτι, Mt 21:19; with μή interrog., Ro 10:18, I Co 9:4, 5 11:22.
5.Interrogative, expecting an affirmative answer (Lat. nonne): Mt 6:26, Mk 4:21, Lk 11:40, Jo 4:35, Ro 9:21, al.

English (Strong)

also (before a vowel) ouk, and (before an aspirate) ouch a primary word; the absolute negative (compare μή) adverb; no or not: + long, nay, neither, never, no (X man), none, (can-)not, + nothing, + special, un(-worthy), when, + without, + yet but. See also οὐ μή, μῆκος.

Greek Monotonic

οὐ: πριν από ψιλόφωνο φωνήεν οὐκ, ενώ πριν από δασύπνοο οὐχ, Αττ. επίσης οὐχί, Επικ. οὐκί· επίρρ. που χρησιμ. ως αρνητικό μόριο σε προτάσεις κρίσεως (πρβλ. μή), όχι, Λατ. non.
Α.ΧΡΗΣΗ
I. Συνάπτεται με μεμονωμένες λέξεις για να σχηματίσει μια οιονεί σύνθ. λέξη, οὐ δίδωμι, κατακρατώ, οὐκ ἐῶ, αρνούμαι, οὐκ ἐθέλω, Λατ. nolo, οὔ φημι, Λατ. nego.
II. 1. ως αρνητικό όλης της πρότασης, τὴν δ' ἐγὼ οὐ λύσω, σε Ομήρ. Ιλ. κ.λπ.
2. σε εξαρτημένες προτάσεις το οὐ χρησιμ.: α) με τα ὅτι και ὡς, μετά από λεκτικά ή γνωστικά ρήματα, ἔλεξε ὡς Ἕλληνες οὐ μενοῖεν, σε Αισχύλ. β) σε αιτιολογικές προτάσεις, καθώς και σε χρονικές προτάσεις που αναφέρονται σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους, ἄχθεται ὅτι οὐ κάρτα θεραπεύεται, σε Ηρόδ.· οὐκ ἔσθ' ἐραστὴς ὅστις οὐκ ἀεὶ φιλεῖ, σε Ευρ.
3. σε υποθετική πρόταση το μὴ είναι απαραίτητο, εκτός: α) όταν το οὐ έχει στενή σύναψη με το ρήμα (βλ. ανωτ. I), εἰ φθονέω τε καὶ οὐκ εἰῶ διαπέρσαι, σε Ομήρ. Ιλ. β) όταν η εξαρτημένη πρόταση είναι υποθετική μόνο κατά τον τύπο, μὴ θαυμάσῃς, εἰ πολλὰ οὐ πρέπει σοι (όπου εἰ = ὅ τι), σε Ισοκρ.· δεινὸν γὰρ εἴη πρῆγμα, εἰ Ἕλληνας οὐ τιμωρησόμεθα, σε Ηρόδ.
4. το οὐ χρησιμ. με απαρ. στον πλάγιο λόγο, όταν αντιπροσωπεύει την οριστ. του ευθέος λόγου, λέγοντες οὐκ εἶναι αὐτόνομοι, σε Θουκ.· οἶμαι οὐκ ὀλίγον ἔργον αὐτὸ εἶναι σε Πλάτ.
5. το οὐ χρησιμ. με μτχ., όταν αυτή μπορεί να αναλυθεί σε πλήρη πρόταση με άρνηση οὐ· κατενόησαν οὐ πολλοὺς τοὺς Θηβαίους ὄντας = ὅ τι οὐ πολλοί εἰσι, σε Θουκ.
6. έναρθρα επίθ. και έναρθρα αφηρημένα ουσ. συνήθως συνάπτονται με το μή (βλ. μή Β. 6), αλλά και το οὐ χρησιμ. περιστασιακά· τῶν γεφυρῶν οὐ διάλυσιν, η μη διάλυση της γέφυρας, το γεγονός ότι δεν διαλύθηκε, σε Θουκ.· ομοίως, ἡ οὐ περιτείχισις, στον ίδ. Β. ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ, το αρνητικό μόριο συχνά επαναλαμβάνεται, έτσι ώστε τα δύο αρνητικά μόρια δεν ισοδυναμούν με ένα καταφατικό, σε Αττ.· οὐκ ἔστιν οὐδὲν κρεῖσσον φίλου, σε Ευρ.· καθεύδων οὐδεὶς οὐδενὸς ἄξιος οὐδὲν μᾶλλον τοῦ μὴ ζῶντος, σε Πλάτ.· οὐδενὶ οὐδαμῆ οὐδαμῶς οὐδεμίαν κοινωνίαν ἔχει, στον ίδ. Γ. ΠΛΕΟΝΑΣΜΟΣ του οὐ· μετά από ρήματα που δηλώνουν άρνηση, αμφιβολία και έριδα, ακολουθ. από τα ὡς ή ὅτι, το οὐ παρεμβάλλεται, ενώ στην Αγγλική το αρνητικό μόριο δεν απαιτείται, ἀμφισβητεῖ ὡς οὐ δεῖ δίκην διδόναι, σε Πλάτ.· ομοίως, το οὐ χρησιμ. στο δεύτερο σκέλος μιας αποφατικής παραβολικής πρότασης, ἥκει ὁ Πέρσης οὐδέν τι μᾶλλον ἐπ' ἡμέας ἢ οὐ καὶ ἐπ' ὑμέας, σε Ηρόδ. Δ. στην ποίηση, εάν το βρίσκεται πριν από το οὐ, οι δυο ηχητικές εκφορές συνενώνονται σε μια (συνίζηση), όπως στα ἢ οὐ, μὴ οὐ. Ε. το οὐ σε συνδυασμό με άλλα μόρια θα το βρούμε σε αλφαβητική σειρά, οὐ γάρ, οὐ μή κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

οὐ: intens. атт. οὐχί, перед гласн. οὐκ, перед придых. οὐχ (отрицание факта, в отличие от μή, отрицающего возможность) не, нет: οὐκ ἐθέλω Hom. не хочу; οὔ φημι Hom. отказываюсь или отрицаю; ἐάν τε οὐ φῆτε, ἐάν τε φῆτε Plat. (независимо от того), несогласны вы (с этим) или согласны; οὐκ ἄκων Hom. действующий не по принуждению, т. е. охотно; οὐ καλός Soph. безобразный, отвратительный; οὐ μάλα Xen. не очень, не совсем; οὐκ ἔμοιγε δοκεῖ Plat. нет, не думаю; ἡ οὐκ ἐξουσία τῆς ἀγωνίσεως Thuc. неразрешение, т. е. запрещение участвовать в состязании; ἡ τῶν γεφυρῶν οὐ διάλυσις Thuc. неразрушение, т. е. оставление в целости мостов; οὐκ ἐρεῖς; Soph. (отчего) ты (ничего) не говоришь?; οὐκ ἂν φράσειας; Soph. не скажешь ли?; οὔκ или οὐδείς ἐστιν, ὅστις οὐ Eur., Isocr. нет такого, который бы не, т. е. решительно всякий; οὐκ ἔστιν οὐδείς Soph. нет никого; οὐκ οἶδεν οὐδείς Aesch. (этого) никто не знает; οὔκ ἐστιν οὐδαμοῦ οὐδαμῶς Plat. этого нет решительно нигде; οὐκ, ἀλλὰ τοῦτο Plat. нет, именно это; (для подчеркивания ставится иногда в конце предложения): βούλονται μέν, δύνανται δ᾽ οὔ Thuc. они желают (этого), но не могут; καλὸς μέν, μέγας δ᾽ οὔ Xen. красивый, но небольшой; οὔ μοι δοκεῖ, ὦ Ἱππία, οὐκ Plat. нет, Гиппий, я этого не думаю; οὐ γὰρ ἂν δυναίμην, οὐ μέντοι Plat. нет, этого я, право, не сумею; (в клятвах): οὐ δῆθεν, μὰ τὸν Δί᾽ οὔ! Arph. или οὐ μὰ Δί᾽, οὔκ! Xen. ну нет, клянусь Зевсом!; οὐ μὰ τὴν δέσποιναν Ἄρτεμιν! Soph. клянусь владычицей Артемидой!; (плеонастически): οὐδὲν μᾶλλον Αἰολεῦσι μετεὸν τῆς Ἰλιάδος χώρης ἢ οὐ καὶ σφίσι Her. (афиняне доказывали, что) у эолийцев не больше прав на Илионский край, чем у них; ἐὰν ἀμφισβητῇ, ὡς οὐκ ἀληθῆ λέγομεν Plat. если он сомневается в том, говорим ли мы правду; οὐ γάρ; Plat. не так ли? или Arph. почему же нет?; οὐ γάρ Plat. конечно нет; οὐ γάρ πού (γε) Plat. ибо никоим образом; οὐ γὰρ δή (που) Plat. ибо ведь не, конечно же нет; μὴ σκῶπτέ μ᾽, οὐ γάρ, ἀλλὰ ἔχω κακῶς Arph. не смейся надо мной, право же не надо, мне дурно; οὐ γὰρ ἄν (γε) Soph. ибо никак, никоим образом; οὐ γὰρ ἄν ποτέ (γε) Soph. ибо никогда (в жизни); οὐ δῆτα Aesch. поистине нет, ничуть; οὔ θην (δή) Hom., οὐ μήν Thuc., οὐ μὲν (οὖν) Plat., οὐ μέντοι Her. безусловно нет, совсем не; οὐ (sc. φόβος или δεινόν ἐστι) μή нечего бояться, т. е. нет никакого сомнения, совершенно очевидно, что не: οὐ μὴ πίθηται Soph. он безусловно не даст себя уговорить; οὐ μὴ μόλῃ ποτέ Eur. он уже никогда не вернется; οὐ μή ποτε ἐλεγχθῶ Plat. никогда меня не опровергнуть; οὐ μὴ δύνηται Xen. он никак не сможет; ούχ ὅτι …, ἀλλὰ καί … Xen. etc. не только …, но и ….

Etymological

Grammatical information: neg. pcle
Meaning: not
Other forms: antevoc. οὑκ, οὑχ (Il.), οὑκί (ep.), οὑχί (trag., also Hom. a. Att. prose).
Dialectal forms: Myc. ouqe and not
Origin: IE [Indo-European]X [probably] [17] *h₂eiu- lifetime, long period
Etymology: Uncertain. Pre-Gr. origin is considered by Wackernagel Syntax 2, 257 and Kretschmer Glotta 14, 230. Several IE etymologies have been attempted: Skt. úd, Goth. ūt from; lat. au- and haud; Arm. not. Cowgill Lang. 36, 347 ff. connected the element with αἰών a. cogn., assuming a basis in ne h₂oi̯u kʷid, where *ne was the sentence negative; it lost its meaning to the second element as happened in other languages. The syntagm would also explain Arm. and Alb. s (cf. Kortlandt, Armeniaca, index). S. the synopsis by Schwyzer-Debrunner 591 n. 5 (w. lit.). Not better Carnoy Ant. class. 24, 20 a. Rev. belge de phil. 33,492. -- Hom. οὑ-κί contains as οὔ-τι the IE indef. *kʷi-d (s. τίς; on the phonetics Schwyzer 299); from this through elision οὑκ, with aspiration οὑχ, if not elided from οὑ-χι, like ναί-χι, ἧ-χι a.o. = Skt. hí (in na-hí because not a.o.), Av. zi, IE *ǵhi stressing pcle. (WP. 1, 542, Pok. 417f.). -- From οὑδε εἷς arose οὑδείς, young Att., koine οὑθείς nobody (on the phonetics Schwyzer 408); in the same way οὑδ-αμοῦ, -αμοῖ, -αμῶς, -αμός, -άμινος to *ἁμός (s.v.), ἅμα. -- On the use of οὑ etc. except Schwyzer-Debrunner 592 f. w. lit. also A. C. Moorhouse Studies in the Greek Negatives, Cardiff 1959 (rev. by Risch IF 66, 312ff., Humbert BSL 56, 82ff., Whatmough ClassPhil. 56, 65). Older lit. also in Bq.

Middle Liddell

[cf. μη]
used in direct negation not, Lat. non.
A. USAGE:
I. adhering to single words so as to form a quasi-compd. with them, οὐ δίδωμι to withhold, οὐκ ἐῶ to refuse, οὐκ ἐθέλω nolo, οὔ φημι nego.
II. as negativing the whole sentence, τὴν δ' ἐγὼ οὐ λύσω Il., etc.
2. in dependent clauses οὐ is used,
a. with ὅτι or ὡς, after Verbs of saying or knowing, ἔλεξε ὡς Ἕλληνες οὐ μενοῖεν Aesch.
b. in Causal sentences, and in Temporal sentences that involve special times, ἄχθεται ὅτι οὐ κάρτα θεραπεύεται Hdt.; οὐκ ἔσθ' ἐραστὴς ὅστις οὐκ ἀεὶ φιλεῖ Eur.
3. in a conditional clause μή is necessary, except,
a. when οὐ is closely attached to the Verb (v. supr. I), εἴ φθονέω τε καὶ οὐκ εἰῶ διαπέρσαι Il.
b. when the subjoined clause is hypothetical in form only, μὴ θαυμάσῃς, εἰ πολλὰ οὐ πρέπει σοι (where εἰ = ὅ τἰ Isocr.; δεινὸν γὰρ ἂν εἴη πρῆγμα, εἰ Ἕλληνας οὐ τιμωρησόμεθα Hdt.
4. οὐ is used with Inf. in oratio obl., when it represents the Ind. of oratio recta, λέγοντες οὐκ εἶναι αὐτόνομοι Thuc.; οἶμαι οὐκ ὀλίγον ἔργον αὐτὸ εἶναι Plat.
5. οὐ is used with the Participle, when it can be resolved into a finite sentence with οὐ; κατενόησαν οὐ πολλοὺς τοὺς Θηβαίους ὄντας = ὅ τι οὐ πολλοί εἰσι, Thuc.
6. Adjectives and abstract Substantives with the Article commonly take μή (v. μή B. 6), but οὐ is occasionally used, τῶν γεφυρῶν οὐ διάλυσιν the nondissolution of the bridge, the fact of its not being broken up, Thuc.; so, ἡ οὐ περιτείχισις Thuc.
B. ACCUMULATION: the negative is often repeated, so that two negatives do not make an affirmative, attic, οὐκ ἔστιν οὐδὲν κρεῖσσον φίλου Eur.; καθεύδων οὐδεὶς οὐδενὸς ἄξιος οὐδὲν μᾶλλον τοῦ μὴ ζῶντος Plat.; οὐδενὶ οὐδαμῆ οὐδαμῶς οὐδεμίαν κοινωνίαν ἔχει Plat.
C. PLEONASM OF οὐ: after Verbs of denying, doubting, and disputing, followed by ὡς or ὅτι, οὐ is inserted, where in Engl. the negat. is not required, ἀμφισβητεῖ ὡς οὐ δεῖ δίκην διδόναι Plat. Like this is the appearance of οὐ in the second member of a negative comparative sentence, ἥκει ὁ Πέρσης οὐδέν τι μᾶλλον ἐπ' ἡμέας ἢ οὐ καὶ ἐπ' ὑμέας Hdt.
D. in Poetry, if ἤ stands before οὐ, the two sounds coalesce into one syllable, as in ἢ οὐ, μὴ οὐ.
E. οὐ in connection with other Particles will be found in alphabetical order, οὐ γάρ, οὐ μή, etc.