Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νηίτης

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek (Liddell-Scott)

νηίτης: [ῑ], -ου, ὁ, ὁ ἀνήκων εἰς πλοῖον, ἐκ πλοίων συγκείμενος, στρατὸς ν., στόλος, Θουκ. 2. 24., 4. 85· στόλος Ἀπολλ. Ρόδ. Δ. 239, κτλ.

Greek Monolingual

νηΐτης, ὁ (Α)
1. αυτός που ανήκει σε πλοίο
2. αυτός που αποτελείται ή συγκροτείται από πλοία («ἤν μὴ οἱ πολέμιοι νηΐτη στρατῷ [= στόλῳ] ἐπιπλέωσι τῇ πόλει» Θουκ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ναῦς, νηός «πλοίο» + κατάλ. -ίτης (πρβλ. πολ-ίτης)].

Middle Liddell

νηί¯της, ου, ὁ, ναῦς
consisting of ships, στρατὸς ν. a fleet, Thuc.