Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξάνθη

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
Full diacritics: ξάνθη Medium diacritics: ξάνθη Low diacritics: ξάνθη Capitals: ΞΑΝΘΗ
Transliteration A: xánthē Transliteration B: xanthē Transliteration C: ksanthi Beta Code: ca/nqh

English (LSJ)

ἡ,

   A a pale-coloured stone, Thphr.Lap.37.

Greek Monolingual

ξάνθη, ἡ (Α)
είδος λίθου («ἄλλη δὲ καλουμένη ξάνθη, οὐ ξανθὴ μὲν τὴν χρόαν, ἔκλευκος δὲ μᾱλλον, ὅ καλοῡσι χρῶμα οἱ Δωριεῑς ξανθόν», Θεόφρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ξανθή (θηλ. του επιθ. ξανθός), με αναβιβασμό του τόνου].