Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξαπλώνω

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

ξαπλώνω)
εκτείνω, απλώνω κάτι σε πλάτος και σε μήκοςξαπλώνω την αρίδα μου» — κάθομαι νωχελικά και αναπαύομαι)
νεοελλ.
1. χτυπώ κάποιον με όπλο ή με τα χέρια και τον ρίχνω κάτω, καταρρίπτω, φονεύω ή πληγώνω («με μια πιστολιά τον ξάπλωσε στο χώμα»)
2. έρχομαι σε ερωτική επαφή
3. (για ρούχο, ύφασμα) μαζεύω, σε αντιδιαστολή προς το απλώνω
4..εκτείνομαι, απλώνομαι, ξετυλίγομαι
5. (ενεργ. και μεσοπαθ.) α) κατακλίνομαι για ύπνο ή για ανάπαυση
β) πέφτω νεκρός ή πληγωμένος
6. μέσ. ξαπλώνομαι
διαδίδομαι, επεκτείνομαι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἐξ-απλώνω, με σίγηση του αρκτ. φωνήεντος
βλ. και λ. ξ(ε)- με επιτ. και με στερ. σημ. (πρβλ. ερμήνευμα 3)].