Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξεχωριστός

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2

Greek Monolingual

-ή, -ό ξεχωρίζω
1. αυτός που έχει χωριστή θέση, χωρισμένος, ξεχωρισμένος («κάθεται σε ξεχωριστό θρανίο, γιατί είναι άτακτος»)
2. αυτός που διαφέρει από άλλους ή από άλλα όμοιά του, ιδιαίτεροςείναι ένας ξεχωριστός τρόπος»)
3. αυτός που παρουσιάζει εξαιρετικές ιδιότητες, εκλεκτός, εξαιρετικός, διακεκριμένος («είναι ξεχωριστός άνθρωπος»).
επίρρ...
ξεχωριστά
1. σε ξεχωριστή θέση, χωριστά
2. εκτός, παρεκτός.