Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξεχωριστός

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

-ή, -ό ξεχωρίζω
1. αυτός που έχει χωριστή θέση, χωρισμένος, ξεχωρισμένος («κάθεται σε ξεχωριστό θρανίο, γιατί είναι άτακτος»)
2. αυτός που διαφέρει από άλλους ή από άλλα όμοιά του, ιδιαίτεροςείναι ένας ξεχωριστός τρόπος»)
3. αυτός που παρουσιάζει εξαιρετικές ιδιότητες, εκλεκτός, εξαιρετικός, διακεκριμένος («είναι ξεχωριστός άνθρωπος»).
επίρρ...
ξεχωριστά
1. σε ξεχωριστή θέση, χωριστά
2. εκτός, παρεκτός.