Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξηρασμός

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: ξηρασμός Medium diacritics: ξηρασμός Low diacritics: ξηρασμός Capitals: ΞΗΡΑΣΜΟΣ
Transliteration A: xērasmós Transliteration B: xērasmos Transliteration C: ksirasmos Beta Code: chrasmo/s

English (LSJ)

   A gloss on αὐασμός, Erot.

German (Pape)

[Seite 279] ὁ, = ξήρανσις, Sp.

Greek (Liddell-Scott)

ξηρασμός: ξηρασία, Ἐρωτιαν. σ. 44.

Greek Monolingual

ξηρασμός (Α)
αποξήρανση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. ξηρασ- του ξηραίνω (πρβλ. ξηρασ-ία) + κατάλ. -μός (πρβλ. αυασ-μός)].