Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξουθόπτερος

Οὐδ' ἄμμε διακρινέει φιλότητος ἄλλο, πάρος θάνατόν γε μεμορμένον ἀμφικαλύψαι -> Nor will anything else divide us from our love before the fate of death enshrouds us
Apollonius of Rhodes, Argonautica 3.1129f.
Full diacritics: ξουθόπτερος Medium diacritics: ξουθόπτερος Low diacritics: ξουθόπτερος Capitals: ΞΟΥΘΟΠΤΕΡΟΣ
Transliteration A: xouthópteros Transliteration B: xouthopteros Transliteration C: ksouthopteros Beta Code: couqo/pteros

English (LSJ)

ον,

   A with nimble (or perh. humming) wings, μέλισσα (ι) E.HF487, Fr.467.4, Lyr.Alex.Adesp.7.13.

German (Pape)

[Seite 280] mit braungelben Flügeln, die Biene, Eur. Herc. Fur. 487.

Greek (Liddell-Scott)

ξουθόπτερος: -ον, ἔχων ξουθὰ πτερά, μέλισσα Εὐριπ. Ἡρ. Μαιν. 487, Ἀποσπ. 470.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
aux ailes d’un jaune d’or.
Étymologie: ξουθός, πτερόν.

Greek Monolingual

ξουθόπτερος, -ον (Α)
αυτός που έχει πυρρόξανθα, κιτρινωπά φτερά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ξουθός + -πτερος (< πτερόν)].

Greek Monotonic

ξουθόπτερος: -ον (πτερόν), αυτός που έχει «ξουθά», δηλαδή ξανθίμαυρου, κιτρινόμαυρου χρώματος φτερά, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

ξουθόπτερος: с золотисто-бурыми крыльями (μέλισσα Eur., Plut.).

Middle Liddell

ξουθό-πτερος, ον, πτερόν
with tawny wings, Eur.